Λίγοι σύγχρονοι συνθέτες μπορούν να υπερηφανευτούν πως έχουν καταφέρει όσα ο Άντριου Λόυντ Βέμπερ. Γεννημένος στο Κένσιγκτον το 1948, ο διάσημος Βρετανός συνθέτης ασχολήθηκε κυρίως με τα μιούζικαλ, γράφοντας μερικά από τα σημαντικότερα και δημοφιλέστερα μουσικά έργα των τελευταίων δεκαετιών.

Για την προσφορά του στη μουσική έχει βραβευτεί από τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β’ κι έχει κερδίσει, μεταξύ άλλων, μία Χρυσή Σφαίρα, επτά Βραβεία Τόνυ και τέσσερα Βραβεία Γκράμι.

Σύμφωνα με το περιοδικό «The Telegraph», ο Βέμπερ κατάφερε να δώσει νέα πνοή στα μιούζικαλ, ενώ οι «New York Times» έγραψαν πως αποτελεί τον πιο επιτυχημένο συνθέτη παγκοσμίως. Στην Ελλάδα, το όνομά του είναι γνωστό ακόμα και σ’ όσους αγνοούν την ιδιότητά του, ενώ τραγούδια όπως το «Memory» και το «Don’t cry for me Argentina» είναι οικεία κι αγαπημένα ακόμα και σ’ αυτούς που δεν ξέρουν τα έργα απ’ τα οποία προέρχονται.

Αν και πριν τον Βέμπερ είχαν κάνει κι άλλοι συνθέτες την απόπειρα να γράψουν μία ροκ όπερα – οι φίλοι της ροκ μουσικής σίγουρα θα θυμούνται τον «Tommy» των Who το 1969 – ο μεγάλος δημιουργός είναι αυτός που φαίνεται να καθιέρωσε το συγκεκριμένο είδος, μέσα από το έργο «Jesus Christ Superstar» σε λιμπρέτο Τιμ Ράις, το οποίο αναφέρεται στα πάθη του Χριστού.

Το εν λόγω έργο συστήθηκε για πρώτη φορά στο κοινό το 1970 μ’ ένα concept album, όπου το ρόλο του Χριστού ανέλαβε ο Ίαν Γκίλαν των Deep Purple, και ακολούθησε η μεταφορά του στο θέατρο (1971) και στον κινηματογράφο (1973). Στην ομότιτλη ταινία ο Ιησούς, ενσαρκωμένος ιδανικά από τον Τεντ Νίλι, απεικονίζεται σαν ένας ευαίσθητος χίπης, ενώ οι μαθητές Του, χορεύοντας σε ξέφρενους ροκ ρυθμούς, θυμίζουν περισσότερο ποπ συγκρότημα των 70s παρά βιβλικά πρόσωπα.

Δε λείπουν, φυσικά, και οι ποιητικές στιγμές, όπως το πανέμορφο «I don’t know how to love him», που είναι ιδιαίτερα αγαπητό στη χώρα μας, ενώ κορυφαία στιγμή του έργου αποτελεί η προσευχή του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανής. Η αριστουργηματική ροκ μπαλάντα «Gethsemane» αντικατοπτρίζει μ’ έναν ευφυέστατο και ταυτοχρόνως τραγικό τρόπο τους φόβους όχι μόνο του Ιησού, αλλά και κάθε ανθρώπου που βρίσκεται μπροστά σ’ ένα μεγάλο δίλημμα.

Όσο για τον Νίλι, κατάφερε ν’ ανταποκριθεί με το παραπάνω στις φωνητικές κι ερμηνευτικές απαιτήσεις του κομματιού και να ταυτιστεί τόσο πολύ μ’ αυτό το ρόλο, που μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να κάνει περιοδείες σε όλο τον κόσμο με το έργο «Jesus Christ Superstar» και ν’ ακούει επευφημίες για την καταπληκτική του ερμηνεία.

Ως concept album συστήθηκε και η «Evita» (1976), η αμέσως επόμενη ροκ όπερα των Βέμπερ και Ράις, που μεταφέρθηκε στο θέατρο δύο χρόνια μετά, με την Ελέιν Πέιτζ στον ομώνυμο ρόλο.

Συνδυάζοντας στοιχεία κλασσικής μουσικής – η παράσταση ξεκινάει, άλλωστε, μ’ ένα επιβλητικό ρέκβιεμ – και λάτιν και ποπ ήχων, το έργο περιγράφει τη ζωή της Πρώτης Κυρίας της Αργεντινής, Εβίτα Περόν (1919 – 1952), εστιάζοντας στη σχέση της με το συνταγματάρχη Χουάν Περόν, και συγκεκριμένα στο πώς τον βοήθησε να εκλεγεί πρόεδρος της Αργεντινής και να διατηρήσει τη θέση του.

Αφηγητής των πεπραγμένων της είναι ένας νεαρός που παραπέμπει στον Τσε Γκεβάρα, παρότι κατά τη διάρκεια του έργου δεν αναφέρεται ποτέ το όνομά του. Θυμίζοντας Χορό σε αρχαία τραγωδία, ο συμβολικός αυτός ήρωας σε ορισμένες περιπτώσεις συμπάσχει με την Εβίτα, ενώ συχνά την ειρωνεύεται.

Το μελωδικότατο «Don’t cry for me Argentina» αποτελεί σαφέστατα το γνωστότερο τραγούδι του έργου, αν και υπάρχουν εξίσου δυνατές στιγμές, όπως το τρυφερό  «I’d be surprisingly good for you» και το μελαγχολικό «Another suitcase in another hall».

Το 1996 η «Evita» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με τη Μαντόνα στον ομώνυμο ρόλο και τον Αντόνιο Μπαντέρας στο ρόλο του Τσε, δίνοντας την ευκαιρία στους Βέμπερ και Ράις να προσθέσουν ένα ακόμη τραγούδι, το βραβευμένο με Όσκαρ «You must love me», το οποίο έκτοτε συμπεριλαμβάνεται σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις της «Evita». Στην Ελλάδα η Εβίτα Περόν ενσαρκώθηκε από την Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Τσε από το Βλάση Μπονάτσο τη θεατρική σεζόν 1981 – 1982, σημειώνοντας τεράστια εμπορική επιτυχία.

Επόμενη διεθνής επιτυχία του Βέμπερ το μιούζικαλ «Cats» (1981), βασισμένο στο «Εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του Γέρο Πόσουμ» του Τ.Σ. Έλιοτ. Θέμα του η ετήσια συνάντηση των Τζέλικλ Κατς, οι οποίες χορεύουν, διασκεδάζουν, θυμούνται τα παλιά και περιμένουν ν’ ακούσουν ποια θα είναι η απόφαση του μεγάλου Δευτερονόμιου ως προς τη γάτα που θα αναγεννηθεί σε μια καινούρια και καλύτερη ζωή.

Αν και θεματικά, δε διαθέτει την αμεσότητα των προηγούμενων έργων του, κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει πως το «Cats» αποτελεί ένα φαντασμαγορικό θέαμα με εντυπωσιακές χορογραφίες και θαυμάσια κουστούμια και μακιγιάζ. Μάλιστα, η ορχήστρα βρίσκεται πάντα τοποθετημένη πίσω από τα σκηνικά, έτσι ώστε οι θεατές να μπορούν ν’ απολαμβάνουν απερίσπαστοι όσα διαδραματίζονται πάνω στη σκηνή.

Σε επίπεδο μουσικής, είναι φανερή η εξέλιξη του μεγάλου δημιουργού, αφού οι τζαζ, ποπ και ντίσκο ρυθμοί συνδυάζονται επιτυχώς με πανέμορφα λυρικά κομμάτια, ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και το «Memory», σε στίχους Τρέβορ Ναν, που τραγούδησε εξαιρετικά η Ελέιν Πέιτζ στο πρώτο ανέβασμα του έργου. Στην Ελλάδα το «Cats» έχει παιχτεί με μεγάλη επιτυχία από θιάσους του εξωτερικού, ενώ το «Memory», το οποίο έχουν τραγουδήσει με ελληνικούς στίχους ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Ελένη Βιτάλη, είναι ίσως το δημοφιλέστερο κομμάτι του Βέμπερ στη χώρα μας.

Εξαιρετικά επιτυχημένο, το «Cats» παιζόταν ασταμάτητα για δεκαοχτώ χρόνια στο Μπροντγουέι, ένα ρεκόρ που κατάφερε να σπάσει ένα άλλο έργο του μεγάλου δημιουργού, το «Φάντασμα της όπερας» (1986), σε λιμπρέτο Τσαρλς Χαρτ, βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Γκαστούν Λερού (1909).

Πρόκειται για το τρίτο μακροβιότερο έργο στην ιστορία του Γουέστ Εντ, με την υπόθεσή του να εξελίσσεται στα τέλη του 19ου αιώνα σε μια όπερα του Παρισιού, όπου η νεαρή σοπράνο Κριστίν διχάζεται ανάμεσα στον έρωτά της για τον παιδικό της φίλο, Ραούλ, και για το μέντορά της στη μουσική, ένα μυστηριώδη άντρα που κρύβει το πρόσωπό του πίσω από μια μάσκα.

Όπως το «Cats», έτσι και το «Φάντασμα», είναι ένα χορταστικό θέαμα με εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια, ενώ η σκοτεινή και μυστηριώδης ατμόσφαιρα του έργου καταφέρνει χωρίς αμφιβολία να μαγνητίσει το θεατή. Σε αντίθεση, όμως, με τα προηγούμενα έργα που αναφέρθηκαν, εδώ απουσιάζουν σχεδόν εντελώς τα ροκ στοιχεία – με φωτεινή εξαίρεση το ομότιτλο κομμάτι – με αποτέλεσμα πολλοί να θεωρούν πως το «Φάντασμα» αποτελεί μία καθαρόαιμη όπερα.

Πράγματι, αρκετά λυρικά και μελωδικά τραγούδια, όπως τα «Music of the night», «Think of me» και «All I ask of you», θυμίζουν παρόμοιες στιγμές σε κλασικές όπερες, ενώ δεν είναι τυχαίο πως ο αδερφός του δημιουργού, ο τσελίστας Τζούλιαν Λόυντ Βέμπερ, παρουσίασε ως ορχηστρικά τα κομμάτια του «Φαντάσματος» στον δίσκο «Phantasia» (2005) διασκευάζοντάς τα με τέτοιο τρόπο ώστε να θυμίζουν κομμάτια κλασσικής μουσικής. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, έκανε κάποιους να υποστηρίξουν πως το εν λόγω έργο δε διαθέτει μουσικά την ευρηματικότητα της «Evita» και του «Jesus Christ Superstar», και πως οι μελωδίες του είναι μάλλον πληκτικές και μόνο η ενορχήστρωσή τους τις κάνει να θυμίζουν έργα κλασσικής μουσικής.

Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχία του έργου είναι αδιαμφισβήτητη, ενώ το 2004 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, με τον Τζέραρντ Μπάτλερ στον ρόλο του Φαντάσματος και την Έμμυ Ρόσσουμ στο ρόλο της Κρίστιν.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ο Βέμπερ αποφασίζει να μετατρέψει σε μιούζικαλ μία φιλμ νουάρ ταινία του Μπίλι Γουάλντερ. Το «Sunset Boulevard» (1993), σε λιμπρέτο Κρίστοφερ Χάμπτον και Ντον Μπλακ, διαδραματίζεται στο Χόλυγουντ στα τέλη της δεκαετίας του ’40.

Ήρωές του ο Τζο Γουίλις, ένας νεαρός σεναριογράφος που ονειρεύεται να κάνει καριέρα στο σινεμά, και η  Νόρμα Ντέσμοντ, μια ξεπεσμένη σταρ του βωβού κινηματογράφου που προσπαθεί απεγνωσμένα να επιστρέψει στη μεγάλη οθόνη. Οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι ενσαρκώθηκαν  για πρώτη φορά από τον Μάικλ Μπολ και τη Ρία Τζόουνς, ωστόσο ο απαιτητικός ρόλος της Νόρμα ταυτίστηκε με την κορυφαία ηθοποιό Γκλεν Κλόουζ.

Λόγω της θεματολογίας του, το «Sunset Boulevard» δε διαθέτει ούτε τις επιβλητικές μελωδίες του «Φαντάσματος» ούτε τις εντυπωσιακές χορογραφίες των «Cats», αφού ο συνθέτης στηρίχτηκε κυρίως σε τζαζ ρυθμούς, ντύνοντας βεβαίως κι εδώ τα κομμάτια του με συμφωνικό ένδυμα. Το ομότιτλο κομμάτι αποτελεί ένα από τα πιο δυναμικά και χαρακτηριστικά του μεγάλου δημιουργού, ενώ η μπαλάντα «As if we never said goodbye» συγκαταλέγεται στα πιο γνωστά θεατρικά τραγούδια των τελευταίων ετών.

Μάλιστα, το «Sunset Boulevard» κατάφερε να κερδίσει οχτώ βραβεία Τόνυ, μεταξύ των οποίων το βραβείο καλύτερου μιούζικαλ και καλύτερης μουσικής.

Θ’ ακολουθήσουν άλλα τρία έργα, μέχρι το 2010, όπου ο Βέμπερ αποφασίζει να επιστρέψει στο «Φάντασμα της όπερας», γράφοντας τη συνέχειά του. Το «Love never dies» δε στηρίζεται, βέβαια, στη νουβέλα του Γκαστούν Λερού, αλλά στο «Φάντασμα του Μανχάταν» του Φρέντερικ Φορσάιθ, που εκδόθηκε μόλις το 1999.

Δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ιστορίας, λοιπόν, η Κρίστιν απολαμβάνει τη συζυγική της ζωή με τον Ραούλ, μέχρι τη στιγμή που το Φάντασμα επανεμφανίζεται, απειλώντας και πάλι την ευτυχία τους. Η σύγκριση με το «Φάντασμα της όπερας» ήταν αναπόφευκτη με αποτέλεσμα να γραφτούν κυρίως αρνητικές κριτικές, βάσει των οποίων απ’ το «Love never dies» απουσιάζει η έμπνευση και η ατμόσφαιρα. Κάποιοι, μάλιστα, χαρακτήρισαν το έργο «φριχτό» και «τερατούργημα», κι άλλοι δεν παρέλειψαν να κατηγορήσουν το δημιουργό ακόμα και για σεξισμό.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Βέμπερ έχει δηλώσει πως πρόκειται για ένα αυθύπαρκτο έργο, που δεν πρέπει να συγκρίνεται με το «Φάντασμα της όπερας». Πράγματι, αν κρίνει κανείς το εν λόγω μιούζικαλ μεμονωμένα θ’ αντιληφθεί πως περιλαμβάνει ενδιαφέροντα και μελωδικά κομμάτια, όπως το οπερατικό «Till I hear you sing» και το σκοτεινό βαλς του «Coney Island». Όσο περνούν τα χρόνια, το «Love never dies» κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος, ενώ το 2012 η παράστασή του βιντεοσκοπήθηκε στην Αυστραλία και κυκλοφόρησε σε DVD και Blu-ray.

Κατά καιρούς ο Βέμπερ έχει δεχτεί κι άλλες αρνητικές κριτικές. Αρκετοί υποστηρίζουν πως τα έργα του στηρίζονται στα πανάκριβα σκηνικά και κοστούμια, και όχι στη μουσική, κι άλλοι ισχυρίζονται πως έχει κλέψει τους συναδέλφους του ουκ ολίγες φορές.

Πράγματι, η ομοιότητα του βασικού θέματος του «Φαντάσματος» με το «Echoes» των Pink Floyd είναι τουλάχιστον ύποπτη και κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει πως ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του «Cats» είναι οι χορογραφίες του.

Ωστόσο, η συνεισφορά του Βέμπερ στο μουσικό θέατρο είναι αδιαμφισβήτητη, ενώ η μετατροπή της ζωής του Χριστού σε ροκ όπερα αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες κι εμπνευσμένες στιγμές στην ιστορία της νεότερης μουσικής.

Δημήτρης Βαγενάς
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1992. Σπούδασα ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κι έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχανάλυση στο Brunel University London. Από το 2010 αρθρογραφώ σε διαδικτυακά περιοδικά μουσικής, ψυχολογίας και πολιτισμού, ενώ έχω παρακολουθήσει σεμινάρια στιχουργικής στο Μικρό Πολυτεχνείο υπό την εποπτεία της Δήμητρας Γαλάνη. Επίσης, είμαι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Βιβλίου κι έχω Grade 2 με έπαινο στη θεωρία της μουσικής και Grade 3 στο αρμόνιο από το Trinity College London.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here