Ο ροκ Μάνος Χατζιδάκις

Παρότι το όνομά του έχει ταυτιστεί με τον Νίκο Γκάτσο και με δίσκους – σταθμούς όπως η «Αθανασία» και ο «Μεγάλος Ερωτικός», η πολυσχιδής προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι δεν περιορίστηκε στα ελληνικά σύνορα και σε κύκλους τραγουδιών.

Ο ιδιοφυής δημιουργός έγραψε δοκίμια και θεατρικές παραστάσεις, διεξήγαγε μουσικούς διαγωνισμούς, έγινε διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα, ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρία «Σείριος» και την «Ορχήστρα των Χρωμάτων» και εν έτει 1948 έδωσε διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική κοινωνία. Ο ίδιος, άλλωστε αξιοποίησε τους μουσικούς δρόμους του ρεμπέτικου και του δημοτικού μας τραγουδιού, καταφέρνοντας, ωστόσο, να εισάγει το δικό του μουσικό ύφος. Στο έργο του ανιχνεύονται ακόμη και ροκ επιρροές, παρότι στη συνείδηση των περισσότερων ακροατών ουδέποτε ταυτίστηκε με το συγκεκριμένο είδος.

Ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» (1970), απόρροια της συνεργασίας του με το συγκρότημα New York Rock & Roll Ensemble αποτελεί σαφώς το πιο ροκ έργο του. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου ο συνθέτης ζούσε από το 1966, και περιλαμβάνει οχτώ αγγλόφωνα κομμάτια, γραμμένα και ερμηνευμένα από τα μέλη του συγκροτήματος, και δύο ορχηστρικά. Από το πρώτο κιόλας κομμάτι, τη δυναμική μπαλάντα «Orpheus», καθίσταται σαφές πως οι Michael Kamen, Μartin Fulterman, Βrian Corrigan, Clifton Νivison και Dorian Rudnytsky κατάφεραν να παντρέψουν επιτυχώς το χατζιδακικό ύφος με τις ροκ τάσεις της εποχής.

Εξίσου δυνατή στιγμή αποτελεί η ποπ μπαλάντα «Dedication», που αποτυπώνει μοναδικά το κλίμα της τότε αγγλόφωνης μουσικής σκηνής, όπως και το επικό κομμάτι «Dance of the dogs», ένα από τα σημαντικότερα ορχηστρικά του συνθέτη. Στο εν λόγω έργο συναντάμε και για πρώτη φορά το θρυλικό Κεμάλ, μέσα από τους σχεδόν σουρεαλιστικούς στίχους του Μartin Fulterman, παρότι ο αφελής μουσικός που ζούσε στη γη του Αλή Μπαμπά και αγαπούσε την άσχημη γυναίκα του ελάχιστα κοινά έχει με τον «απόγονο του Σεβάχ του θαλασσινού που νόμισε ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο», όπως μας τον σύστησε αρκετά χρόνια αργότερα ο Νίκος Γκάτσος.

Η πρώτη ηχογράφηση του «Κεμάλ» μ’ ελληνικούς στίχους χρονολογείται το 1985 από τον Βασίλη Λέκκα, στον δίσκο «H Μαρία Φαραντούρη στο Olympia», ο οποίος αποτυπώνει τη συναυλία που έδωσε η μεγάλη ερμηνεύτρια στη Γαλλία με τη συμμετοχή του νεαρού τότε χατζιδακικού ερμηνευτή. Ωστόσο, μόλις το 1993 ο Μάνος Χατζιδάκις θα παρουσιάσει και τα δέκα κομμάτια των «Reflections» με τους ελληνικούς στίχους του Νίκου Γκάτσου (εκτός από ένα τραγούδι που υπογράφει η Αγαθή Δημητρούκα), κρατώντας, μάλιστα, την ίδια σειρά με την οποία παρουσιάστηκαν το 1970 και σε αρκετές περιπτώσεις και τους ίδιους τίτλους – μεταφρασμένους φυσικά – μέσα από τον κύκλο τραγουδιών «Αντικατοπτρισμοί».

Οι αιθέριες κι αισθαντικές ερμηνείες της Αλίκης Καγιαλόγλου δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να φανούν οι ροκ προεκτάσεις των μελωδιών, κάτι που πιθανότατα δεν ενδιέφερε ούτε τον ίδιο το συνθέτη, όπως φαίνεται από τις λυρικές του ενορχηστρώσεις – με εξαίρεση την εισαγωγή στο «Πού το πήγαν το παιδί». Ακόμη και ο «Ο χορός των σκύλων» εδώ είναι λιγότερο ρυθμικός και πιο χαμηλόφωνος, αναδεικνύοντας τους συγκλονιστικούς στίχους του Γκάτσου. Απαγγέλλονται μάλιστα από τον ίδιο το συνθέτη, ενώ η εξαιρετική Αλίκη Καγιαλόγλου αναφωνεί απελπισμένη – σαν άλλη Μπλανς Ντυ Μπουά «κάπου υπάρχει Θεός!» .

Το 2005 οι Raining Pleasure από την Πάτρα θα επιχειρήσουν να διαβάσουν με τον δικό τους τρόπο τα «Reflections». Σε αντίθεση με τους New York Rock & Roll Ensemble, που διατήρησαν ακέραιη την εσωστρέφεια του χατζιδακικού σύμπαντος, οι Vasilikos, X-Jeremy, Jay και Sak θα προσθέσουν στοιχεία progressive rock, δίνοντας μια νέα και πιο σύγχρονη πνοή στα κομμάτια. Το εν λόγω album πούλησε πάνω από 35.000 αντίτυπα, καταφέρνοντας να γίνει χρυσό, και ηχογραφήθηκε έπειτα από προτροπή του Γιώργου Χατζιδάκι και της Έλλης Πασπαλά, μίας από τις βασικότερες ερμηνεύτριες του δημιουργού τη δεκαετία του ’80, η οποία, μάλιστα, συμμετέχει, τραγουδώντας τη jazz διασκευή της «Noble Dame».

Η τριλογία των «Reflections» φαίνεται να ολοκληρώνεται με τους Raining Pleasure. Οι ροκ πτυχές του συνθέτη δεν εξαντλούνται όμως εδώ. Το 1986 κυκλοφόρησε ο κύκλος τραγουδιών των Χατζιδάκι – Γκάτσου «Σκοτεινή μητέρα» μ’ ερμηνεύτρια τη Μαρία Φαραντούρη, όπου συμμετέχουν οι μουσικοί του συγκροτήματος Socrates, Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα), Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο) και Νίκος Αντύπας (ντραμς).

Ιδρυόμενοι το 1969, οι Socrates Drank the Conium αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ροκ συγκροτήματα στην Ελλάδα, έχοντας δώσει το στίγμα τους με διαχρονικά αγγλόφωνα τραγούδια, όπως το «Mountains» και το «Starvation». Οι μυσταγωγικές μελωδίες της «Σκοτεινής μητέρας» μάς φέρνουν στον νου τους παλιότερους κύκλους τραγουδιών του θρυλικού διδύμου, η συμμετοχή των Socrates, όμως, αν και διακριτικότατη, γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις αρκετά αισθητή: ενδεικτικά παραδείγματα ο «Νυχτερινός διαβάτης» και το «Άσε τον καιρό», που αν αφήνονταν εξ’ ολοκλήρου στα χέρια των Socrates θ’ αποτελούσαν δύο καθαρόαιμα ροκ κομμάτια.

Ροκ πτυχές εντοπίζονται και στη μουσική που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις για την ταινία του Dusan Makavejev, «Sweet movie» (1974). Σε στίχους δικούς της και του σκηνοθέτη, η Ann Lonnberg αναρωτιέται «Is there life on the Earth?», σ’ ένα κομμάτι που εκφράζει επιτυχώς την αμφισβήτηση κι εν γένει την απόγνωση των νέων εκείνης της εποχής.

Μία άλλη ταινία, ιταλικής παραγωγής, που τελικά δε βρήκε διανομέα, έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία της «Μπαλάντας των αισθήσεων και των παραισθήσεων», την οποία ερμήνευσε ο Βασίλης Λέκκας σε στίχους Άρη Δαβαράκη στη θεατρική παράσταση «Πορνογραφία» το 1982. Τέσσερα χρόνια μετά ο ίδιος ερμηνευτής θα καταπιαστεί ξανά με το εν λόγω κομμάτι στον δίσκο «Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή Αγορά», σε μία κάπως πιο ροκ εκτέλεση, όπως φαίνεται κι απ’ τις συγχορδίες της κιθάρας που ακούγονται στα πρώτα δευτερόλεπτα.

Χωρίς, λοιπόν, να υποτιμάται η αξία του «Χαμόγελου της Τζοκόντας» ή του «Μεγάλου Ερωτικού», η μουσική ιδιοφυία του Μάνου Χατζιδάκι δεν εξαντλείται στα έργα αυτά, ούτε περιορίζεται σε χαρακτηρισμούς όπως «λυρικός» και «ποιητικός». Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο βασικότερος εκπρόσωπος της ελληνικής ροκ σκηνής, εκτιμούσε βαθύτατα τον μεγάλο δημιουργό, σε αντίθεση με άλλους συνθέτες, κομμάτια των οποίων είχε τύχει, μάλιστα, να ερμηνεύσει. Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι, εξάλλου, ένας απ’ τους ελάχιστους συνθέτες που κατάφερε να γράψει κομμάτια πολιτικά αλλά όχι στρατευμένα, μελαγχολικά αλλά όχι γλυκανάλατα, και ερωτικά αλλά όχι χυδαία…

Ο Μάνος Χατζιδάκις είναι, εξάλλου, ένας απ’ τους ελάχιστους συνθέτες που κατάφερε να γράψει κομμάτια πολιτικά αλλά όχι στρατευμένα, μελαγχολικά αλλά όχι γλυκανάλατα, και ερωτικά αλλά όχι χυδαία…


Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1992. Σπούδασα ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κι έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχανάλυση στο Brunel University London. Από το 2010 αρθρογραφώ σε διαδικτυακά περιοδικά μουσικής, ψυχολογίας και πολιτισμού, ενώ έχω παρακολουθήσει σεμινάρια στιχουργικής στο Μικρό Πολυτεχνείο υπό την εποπτεία της Δήμητρας Γαλάνη. Επίσης, είμαι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Βιβλίου κι έχω Grade 2 με έπαινο στη θεωρία της μουσικής και Grade 3 στο αρμόνιο από το Trinity College London.

RELATED POST

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

INSTAGRAM
FOLLOW ME