READING

Ελληνικά γουέστερν: Μπότες, σπιρούνια και καυτές σ...

Ελληνικά γουέστερν: Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες

Οι βουκολικές ταινίες κατείχαν κεντρικό ρόλο στον ελληνικό κινηματογράφο από τη γέννησή του, με την «Γκόλφω» (1914) του Κωνσταντίνου Μπαχατόρη ν’ αποτελεί την πρώτη ελληνική μεγάλου μήκους ταινία. Ακολούθησε πλήθος βουκολικών ταινιών με χαρακτηριστικούς τίτλους, όπως «Αστέρω», «Μαρία Πενταγιώτισσα», «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» κ.ά. Οι ταινίες «φουστανέλας» – όπως πολύ συχνά αποκαλούνται – είχαν ως βάση παλιότερα έργα των Δημήτριου Κορομηλά, Παύλου Νιρβάνα και Σπύρου Περεσιάδη και αφηγούνταν κατά κύριο λόγο ερωτικές ιστορίες με φόντο την ελληνική ύπαιθρο. Αν και είχαν μεγάλη απήχηση για πολλά χρόνια, σταδιακά οι Έλληνες δημιουργοί απέρριψαν το τρίπτυχο «τσαρούχι –κλαρίνο – φουστανέλα», στρέφοντας το ενδιαφέρον τους σε πιο σύγχρονα ζητήματα.

Η ελληνική επαρχία των αρχών του 20ου αιώνα δεν έμεινε, ωστόσο, αναξιοποίητη τη δεκαετία του ’60, με τη διαφορά πως το νέο τρίπτυχο ήταν «μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες» και τα κλαρίνα αντικαταστάθηκαν από επικές μελωδίες, παρόμοιες με τα soundtrack του Ένιο Μορικόνε. Ελάχιστα μεν χαρακτηριστικότατα δε, τα ελληνικά γουέστερν δε διαφέρουν από τις ταινίες φουστανέλας μόνο λόγω της μουσικής και των ενδυματολογικών τους επιλογών, αλλά και της ίδιας της θεματολογίας τους.

Οι Έλληνες δημιουργοί απέρριψαν το τρίπτυχο «τσαρούχι –κλαρίνο – φουστανέλα», στρέφοντας το ενδιαφέρον τους σε πιο σύγχρονα ζητήματα… το νέο τρίπτυχο ήταν «μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες» και τα κλαρίνα αντικαταστάθηκαν από επικές μελωδίες, παρόμοιες με τα soundtrack του Ένιο Μορικόνε.

Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες, με φόντο την ελληνική ύπαιρθο. Τα ελληνικά Γουέστερν | Αφιέρωμα, Δ. Βαγενάς | ART.harbour

Η έναρξη των «φασολάδα γουέστερν» χρονολογείται το 1961 με την «Κατάρα της μάνας» σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη και σενάριο Νίκου Φώσκολου. Στην περιπετειώδη αυτή ταινία ο μοχθηρός Βάγιας (Τίτος Βανδής) καταδιώκει τον Τάσο Γούσια (Γιώργος Φούντας) στις πλαγιές του Παρνασσού, θεωρώντας τον υπαίτιο για τον θάνατο του αδερφού του. Τόσο ο μελό τίτλος όσο και οι χαρακτήρες παραπέμπουν σε αντίστοιχες βουκολικές ταινίες, η εντυπωσιακή έναρξη, όμως, που θυμίζει θρίλερ, και οι βίαιες σκηνές, όπου οι κακοί εκφοβίζουν και ξυλοφορτώνουν τους καλούς, κάνουν την «Κατάρα της μάνας» να ξεφεύγει κάπως από τα τετριμμένα της τότε εποχής.

Εν έτει 1966 οι ίδιοι δημιουργοί θα καταθέσουν μία σαφώς πιο ώριμη ταινία, που προτάθηκε για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας και κέρδισε βραβείο για τη μουσική του Μίμη Πλέσσα στο Φεστιβάλ Κάρλοβυ Βάρυ. «Το Χώμα βάφτηκε κόκκινο» περιγράφει τη σύγκρουση των τσιφλικάδων με τους φτωχούς αγρότες στη Θεσσαλική γη, έχοντας ως επίκεντρο την κόντρα του δίκαιου κι ευαίσθητου Οδυσσέα (Νίκος Κούρκουλος) με τον αδερφό του (Γιάννης Βόγλης), που επιμένει να καταδυναστεύει τους κολίγους. Στην υπερπαραγωγή αυτή, η ιστορία ενώνεται επιτυχώς με τη μυθοπλασία, οδηγώντας σ’ ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα, με τον Νότη Περγιάλη να υποδύεται τον κοινωνικό αγωνιστή Μαρίνο Αντύπα, και τους μυθοπλαστικούς χαρακτήρες να ενσαρκώνονται από τα δυνατά χαρτιά της Finos Film (Μάνος Κατράκης, Μαίρη Χρονοπούλου, Φαίδων Γεωργίτσης).

Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες, με φόντο την ελληνική ύπαιρθο. Τα ελληνικά Γουέστερν | Αφιέρωμα, Δ. Βαγενάς | ART.harbour

Ο συνήθης ύποπτος Νίκος Φώσκολος θα υπογράψει άλλο ένα ελληνικό γουέστερν, μόλις έναν χρόνο μετά. «Οι σφαίρες δε γυρίζουν πίσω» αποτελούν ταυτοχρόνως και την πρώτη ταινία της οποίας υπογράφει και τη σκηνοθεσία, καθώς, όπως του είχε πει ο Φιλοποίμην Φίνος, τα σενάριά του ήταν από μόνα τους τόσο καλά σκηνοθετημένα που δεν υπήρχε λόγος να τα εμπιστεύεται σε άλλους. Ήρωάς του ο Στάθης (Άγγελος Αντωνόπουλος), ο οποίος, έχοντας κατηγορηθεί άδικα ως αρχηγός μιας διαβόητης συμμορίας ληστών, δραπετεύει από τη φυλακή. Οι αρχές αναθέτουν τη σύλληψή του σε έναν άλλο κατάδικο (Κώστας Καζάκος) με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Ο δαιμόνιος δημιουργός κατάφερε να ενορχηστρώσει μοναδικά την ορεινή αυτή περιπέτεια, αξιοποιώντας στο έπακρο το τοπίο της άγριας φύσης, και να κερδίσει το βραβείο αρτιότερης παραγωγής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ ο Κώστας Καζάκος υποδύθηκε εξαιρετικά έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ρόλους της κινηματογραφικής του καριέρας.

Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες, με φόντο την ελληνική ύπαιρθο. Τα ελληνικά Γουέστερν | Αφιέρωμα, Δ. Βαγενάς | ART.harbour

Ο δημοφιλής ηθοποιός θα πρωταγωνιστήσει και στο επόμενο γουέστερν του Νίκου Φώσκολου, δίπλα στην Τζένη Καρέζη. Το «Αγάπη και αίμα» (1968) μεταφέρει την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στην εποχή των τσιφλικάδων. Παρότι ο πατέρας της νύφης είναι έτοιμος να δώσει τα χέρια με τον εχθρό του και να επιστρέψει στους δύο ερωτευμένους να παντρευτούν, ο επιστάτης του (Λάκης Κομνηνός) είναι ερωτευμένος με την όμορφη κοπέλα, προκαλώντας έριδες ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας οι θεατές παρακολουθούν ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό, με τα άλογα και τις σφαίρες να είναι οι πραγματικοί πρωταγωνιστές και το «αίμα» να υπερτερεί της «αγάπης». Αν και σεναριακά η ταινία είναι αισθητά πιο αδύναμη από το «Σφαίρες δε γυρίζουν πίσω», πόσω μάλλον από το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο», ο Νίκος Φώσκολος κατάφερε κι εδώ να εκμεταλλευτεί το τοπίο της ελληνικής υπαίθρου και να μας χαρίσει εντυπωσιακές σκηνές μάχης. Συνοδοιπόρος του η μουσική του Κώστα Καπνίση, υποβλητικές μελωδίες που δεν έχουν να ζηλέψουν απολύτως τίποτα από τα soundtrack αντίστοιχων ξένων ταινιών.

Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες, με φόντο την ελληνική ύπαιρθο. Τα ελληνικά Γουέστερν | Αφιέρωμα, Δ. Βαγενάς | ART.harbour

 

Η διαμάχη των τσιφλικάδων με τους κολίγους θα κεντρίσει το ενδιαφέρον κι άλλων δημιουργών. Μεσούσης της δικτατορίας, ο σκηνοθέτης Νίκος Τζίμας θα καταπιαστεί με τον λαϊκό ήρωα Αστραπόγιαννο, έχοντας ως βάση το ομότιτλο μυθιστόρημα του Πέτρου Μακεδόνα. Ο δικός του «Αστραπόγιαννος» (1970), βέβαια, δε δρα την περίοδο της τουρκοκρατίας, αλλά στις αρχές του 1900, όντας τιμωρός των τσιφλικάδων. Παρά τα εμφανή αντιδικτατορικά και ταξικά μηνύματα, η ταινία κατάφερε να ξεπεράσει τη λογοκρισία της χούντας και να κερδίσει τα βραβεία καλύτερης ταινίας και Α’ Ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πράγματι, στον «Αστραπόγιαννο» βλέπουμε τον Νίκο Κούρκουλο σε μία από τις πιο ώριμες ερμηνευτικές του στιγμές. Αχίλλειος πτέρνα της ταινίας είναι, ωστόσο, το γεγονός πως ο σκηνοθέτης παρουσιάζει διάφορα περιστατικά από τη ζωή του ήρωα χωρίς την απαιτούμενη συνοχή, έχοντας παραγκωνίσει όλους τους άλλους χαρακτήρες.

Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες, με φόντο την ελληνική ύπαιρθο. Τα ελληνικά Γουέστερν | Αφιέρωμα, Δ. Βαγενάς | ART.harbour

Η ζωή των αγροτών στον θεσσαλικό κάμπο αποτυπώνεται και στην «Κόρη του ήλιου» (1971) σε σενάριο και σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου. Εκτυλισσόμενη το 1910, η ταινία περιγράφει τον έρωτα της Μάγιας (Αλίκη Βουγιουκλάκη) και του Λευτέρη (Κώστας Καρράς), τον οποίο έρχονται να εμποδίσουν τόσο ο μεγαλοτσιφλικάς Καρατζάς (Σπύρος Καλογήρου), όσο και οι Τούρκοι, που τιμωρούν ανελέητα όποιον τολμήσει να παραβιάσει τα πρόσφατα τότε ελληνοτουρκικά σύνορα. Φορώντας κατακόκκινα ρούχα κι έχοντας άψογο χτένισμα, η Αλίκη Βουγιουκλάκη δυσκολεύεται πολύ να πείσει για κόρη ενός εξαθλιωμένου κολίγου. Η «Κόρη του ήλιου» διαθέτει, πάντως, την απαιτούμενη αγωνία κι ένταση, αποτελώντας μία από τις ακριβότερες παραγωγές της Finos Film, παρότι γυρίστηκε την εποχή της κάμψης του ελληνικού κινηματογράφου.

Η δύση της Finos Film θα σημάνει και το τέλος των ελληνικών γουέστερν, που, έτσι κι αλλιώς, πρωταγωνίστησαν μία πολύ συγκεκριμένη περίοδο και είναι κάθε άλλο παρά πολυάριθμα. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μέσα από σκηνές με ποδοβολητά αλόγων και πιστολίδια, οι Έλληνες σκηνοθέτες κατάφεραν να καταπιαστούν με ιστορικά θέματα, να περάσουν πολιτικά μηνύματα και, βεβαίως, να πατήσουν στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ.


Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1992. Σπούδασα ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κι έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχανάλυση στο Brunel University London. Από το 2010 αρθρογραφώ σε διαδικτυακά περιοδικά μουσικής, ψυχολογίας και πολιτισμού, ενώ έχω παρακολουθήσει σεμινάρια στιχουργικής στο Μικρό Πολυτεχνείο υπό την εποπτεία της Δήμητρας Γαλάνη. Επίσης, είμαι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Βιβλίου κι έχω Grade 2 με έπαινο στη θεωρία της μουσικής και Grade 3 στο αρμόνιο από το Trinity College London.

RELATED POST

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

INSTAGRAM
FOLLOW ME
WP to LinkedIn Auto Publish Powered By : XYZScripts.com