Ημέρα 11η: What happened, Miss Simone?, Liz Garbus ~ 2015

Σε κάθε στίχο θα ακούς τη διαταραγμένη ψυχή της Nina Simone, και σε κάθε νότα την Eunice Waymon, το νεαρό κορίτσι από τη Βόρεια Καρολίνα που ονειρεύεται να γίνει η πρώτη μαύρη κλασική πιανίστρια.

0
747

«Έχω να συναντηθώ μαζί σας από το 1968. Αποφάσισα ότι δε θα κάνω άλλα jazz festivals και η απόφασή μου αυτή είναι οριστική… Σήμερα, όμως, θα μοιραστούμε κάποιες στιγμές.»

Μπορεί να άργησα πολύ να ανανεώσω το αγαπημένο μου Ημερολόγιο Προβολών, αλλά ήρθε η ώρα. Το σινεμά για μένα ήταν πάντα ένα είδος χαλάρωσης και ξεκούρασης, ενώ σπάνια απαιτεί πνευματική εργασία – όπως γίνεται για παράδειγμα με ένα βιβλίο – κι αυτό με βοηθά πολύ να ξεφύγω από την καθημερινότητα. Στις κινούμενες εικόνες ο κινηματογραφιστής σού φέρνει στο πιάτο όλα όσα θέλει να σου πει, κι εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τα προσπαθήσεις τελικά να τα επεξεργαστείς και να τα χωνέψεις.

Όταν μπήκε στη ζωή μου το Netflix – παρά το γεγονός ότι εν Ελλάδι δυστυχώς οι επιλογές είναι αρκετά περιορισμένες (εκτός αν έχεις βάλει VPN οπότε ΕΙΣΑΙ ΣΟΥΠΕΡ) – σχεδόν καθημερινά έφερνα στο πιάτο μου και κάτι καινούργιο. Ήταν τόσες, όμως, οι προβολές που δεν είχα ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση να γράφω για καθεμία από αυτές. Μέχρι σήμερα…


Ημέρα 11η: What happened, Miss Simone?, Liz Garbus ~ 2015

Πρωινή προβολή

Οι πρώτες νότες ακούγονται από το πιάνο της μαύρης υπέροχης μουσικού και τραγουδίστριας που ακούει στο όνομα Nina Simone στο ντοκιμαντέρ του Netflix What happened, miss Simone?, που σε κάνει να αναρωτιέσαι πόσο υπέροχη ήταν τελικά αυτή η γυναίκα εντός και εκτός σκηνής.

Πρόκειται για το 14ο ντοκιμαντέρ παραγωγής Netflix, που θεωρείται μάλιστα ένα από τα καλύτερα ντοκιμαντέρ της χρονιάς, ενώ ήταν μάλιστα υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ το 2016. Τη σκηνοθεσία υπογράφει η Liza Garbus γνωστή στον χώρο του ντοκιμαντέρ για τα έργα The Farm: Angola, USA (1998) & Girlhood (2003). Η Garbus είναι επίσης και παραγωγός.

Η αφήγηση αφήνεται στα χέρια της ίδιας της Simone μέσα από αποσπάσματα συνεντεύξεων και γραπτών κειμένων της, ενώ  στη ροή συμβάλλει σημαντικά μεταξύ άλλων η κόρη της, Lisa Simone Kelly, η οποία μάλιστα αποφάσισε να συμμετάσχει στο ντοκιμαντέρ ως παραγωγός. Όπως αναφέρει η Lisa, η μητέρα της ήταν η Nina Simone 24/7 και όχι μόνο επί σκηνής κάτι που αποτέλεσε το μέγιστο πρόβλημα. Όταν τα θέατρα αδειάζουν η Simone νιώθει πιο μόνη από ποτέ, γεμάτη θυμό, αγανάκτηση και ξεσπά στον εαυτό της και τους άλλους. Συνεργάτες, η κόρη της και ο πρώην άντρας της μιλούν για το πώς εκείνοι γνώρισαν τη Nina Simone και ποια ήταν η επίδραση της στη ζωή τους.

Ποια ήταν, όμως, πραγματικά η Nina Simone?

Όλα ξεκίνησαν από την κλασική μουσική και την αγάπη ενός μικρού κοριτσιού για το πιάνο, με στόχο να γίνει η πρώτη μαύρη πιανίστρια κλασικής μουσικής. Η Eunice Waymon από το Tryon της North Carolina αποφάσισε να κατακτήσει τον κόσμο μέσα από τη μουσική της, και το έκανε· κατέκτησε τον κόσμο και την αιωνιότητα με τη φωνή και τη μουσική της, αλλιώτικα όμως απ’ ό,τι πίστευε.

Η πρώτη της δασκάλα, η κυρία Mazzanovich, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή του μικρού κοριτσιού. Της δίδαξε όσα ήξερε ξεκινώντας από τον Bach και την έκανε να πιστέψει ότι μπορεί πράγματι να γίνει μια από τις καλύτερες πιανίστριες στον κόσμο. Το χρώμα, όμως, της Eunice από νωρίς τής στάθηκε εμπόδιο σε όλα όσα σκόπευε να κάνει. Ο ρατσισμός τη χτύπησε σκληρά και δυσκόλεψε την πορεία της, ακόμα κι αν εκείνη δεν μπορούσε να πιστέψει ότι οι φυλετικές διακρίσεις στην Αμερική ήταν πολύ πιο ψηλά από το ταλέντο αυτής και κάθε άλλου νέου της κοινότητας των μαύρων.

Σύντομα έφυγε για τη Νέα Υόρκη αναζητώντας ευκαιρίες κι από ‘κει στη Φιλαδέλφεια, όπου την ακολούθησε και η οικογένειά της,  προσπαθώντας να μπει σε μια διακεκριμένη σχολή μουσικής. Για να επιβιώσει αναγκάστηκε να δουλέψει σε ένα μπαρ της περιοχής για $90 τη βραδιά. Το κλασικό της ρεπερτόριο δεν ήταν ταιριαστό, αλλά τα λεφτά ήταν πολύ καλά. Έτσι η Eunice Waymon ξεκίνησε να αλλάζει. Μαζί με το ρεπερτόριό της άλλαξε την παρουσία της και τις εμφανίσεις της. Πλέον τη μουσική της συνόδευε η υπέροχη ιδιαίτερη φωνή της. Γρήγορα άλλαξε το όνομα της σε Nina Simone κυρίως για να κρύψει τη βρόμικη νυχτερινή δουλειά της από τη μητέρα της. Από που εμπνεύστηκε; Από έναν παλιό της σύντροφο που συνήθιζε να τη φωνάζει niña και την αγαπημένη της Γαλλίδα ηθοποιό Simone Signoret.

Οι ελάχιστες φιλίες της στον χώρο, οι συνεργασίες της, οι live εμφανίσεις, ο ρυθμός και η βαθιά φωνή της περιγράφονται στο ντοκιμαντέρ αποσπασματικά μέσα από βίντεο και ηχητικά αρχεία που δίνουν μια πιο σφαιρική εικόνα του ποια ήταν η Simone επί σκηνής. Αυτό που παρατηρεί κανείς, όμως, είναι ότι κάτι την απασχολεί. H Simone, όσο φοβερή μουσικός και τραγουδίστρια είναι, δεν τα δίνει όλα επί σκηνής, δεν έχει βρει τον πραγματικό της εαυτό. Κρατά πράγματα για τον εαυτό της, ενώ καταπιεσμένα συναισθήματα δημιουργούν μία απόμακρη στάση προς τους συνεργάτες της και τον κόσμο. Σε μια συνέντευξή που έδωσε το 1968 η Simone ομολογεί τι σημαίνει πραγματικά γι’ αυτήν να είναι ελεύθερη. «Να μη φοβάμαι. Μακάρι τη μισή μου ζωή να μη φοβόμουν…», λέει. 

Πότε, όμως, κατάφερε να νιώσει πραγματικά ελεύθερη στη σκηνή και στη ζωή της; Τι ήταν αυτό που την κρατούσε πίσω και τι μπορούσε να κάνει για να το αποβάλει;

Το πρώτο μεγάλο της σουξέ ήταν το τραγούδι I love you, Porgy που έκανε αμέσως φοβερή επιτυχία. Το τραγούδι αγαπιέται από τον κόσμο και εκείνη αγαπιέται από τον Andy Strout το 1961, έναν άντρα που θα να την οδηγούσε στην κορυφή και την απόλυτη δυστυχία. Η Simone τον ερωτεύτηκε και εκείνος άφησε την καριέρα του ως αστυνομικός για να γίνει μάνατζέρ της, κάτι που έκανε με τεράστια επιτυχία. Μόνιμα πια στη Νέα Υόρκη, η Simone ξεκινάει τη ζωή της με τον Andy και την κόρη τους Lisa. Οι εμφανίσεις της υπερπολλαπλασιάζονται, όπως και οι μεγάλες της επιτυχίες.

Κορυφαία στιγμή στην καριέρα της ήταν όταν το 1963 πραγματοποίησε το μεγάλο της όνειρο, μια εμφάνιση στο Carnegie Hall. Ούτε αυτό, όμως, της ήταν αρκετό γιατί το αληθινό της όνειρο ήταν μια εμφάνιση εκεί παίζοντας Bach ως η πρώτη μαύρη κλασική πιανίστρια. Κι, όμως, για το κοινό της αυτή ήταν μια εκστατική στιγμή που την ακολούθησαν συναυλίες σε όλον τον κόσμο.

Έχοντας πια τα πάντα, δόξα, επιτυχία, λεφτά, για τη Simone τίποτα δεν ήταν αρκετό και άρχισε να αμφισβητεί τον εαυτό της με τα πρώτα επεισόδια κατάθλιψης να την χτυπούν. Όπως η ίδια αναφέρει, το μόνο που ήθελε ήταν να ξεκουραστεί, ενώ ο Andy την πίεζε και εκείνη ένιωθε σαν ένα άλογο αγώνων. Η ζήλια και η πίεση του Andy έγιναν βία, ξύλο έξω από τα θέατρα, στο αυτοκίνητο, βιασμοί… Την ίδια περίοδο γράφει το I put a spell on you – για μένα το καλύτερο τραγούδι της μετά το Mississippi Goddam. Η κόρη της, μάρτυρας της ενδοοικογενεικής βίας, μιλά στην κάμερα ομολογώντας ότι ήταν κι οι δυο τρελοί και η ζωή μαζί τους ήταν ανυπόφορη.

«He was brutal, but I loved him. I guess I believed he would stop.» N.S

Το τραγούδι Mississippi goddam ήταν η απόδειξη για το πόσο θυμό έκρυβε μέσα της η μεγάλη τραγουδίστρια. Έγινε ένα άσμα κατά της καταπίεσης και της ξεδιάντρωπα ρατσιστικής κοινωνίας της Αμερικής απέναντι στους μαύρους πολίτες. Ήταν μια επανάσταση, ένα τραγούδι που κανένας Dj στις ΗΠΑ δεν ήθελε να παίζει, ενώ οι δισκογραφικές επέστρεφαν τα 45αρια σε ντάνες γιατί δεν τα αγόραζε κανείς. Αλλά η Simone είχε γράψει ιστορία για τα δεκάδες χρόνια καταπίεσης και βίας κατά της μαύρης κοινότητας και αυτό ήταν καθαρτήριο για την ίδια. Τα αποσπάσματα από το προσωπικό της ημερολόγιο γίνονται ολοένα και πιο συγκλονιστικά τόσο σχετικά με την προσωπική της ζωή όσο και την ακτιβιστική της δράση και τις αξίες της για τις οποίες φώναζε και για τις οποίες αγωνιζόταν μέσα από τη μουσική της.

«I could sing to help my people. That became the mainstay of my life. Not classical music, not jazz music, but civil rights music.» N.S

Το Young, gifted and black που ακολούθησε έγινε ο ύμνος της αμερικανικής κοινότητας των μαύρων· ένα τραγούδι κίνημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. H Simone γινόταν ολοένα και πιο δυνατή αναζητώντας μέσα από τη μουσική της τον αληθινό της σκοπό. Η φωνή της ήταν πια διαφορετική και όπως ομολογεί, δεν θα ακουγόταν ποτέ πια στον ίδιο τόνο. Άρχισε να μαθαίνει τον εαυτό της. Έτσι, γεννήθηκε και το Ain’t got no, I got lifeμια προσπάθειά της να διεισδύσει στο ποια είναι, τι έχει, που στοχεύει και τι πραγματικά της ανήκει. Η απάντηση φυσικά ήταν η ζωή!

Έχοντας σιχαθεί την Αμερικανική κοινωνία, παρομοιάζοντάς την με καρκίνωμα, έβαλε στόχο της ζωής της να ξεσκεπάσει τη βρομιά της λευκής κοινότητας. Ο θυμός της ξεχείλισε και το ρεπερτόριο της ήταν πια καθαρά πολιτικό. Η αντιστασιακή της μουσική ζημίωσε τραυματικά την καριέρα της. Κάτι που αρχικά δηλώνει ότι δε μετάνιωσε ποτέ, στη συνέχεια, όμως, ομολογεί ότι αν δεν είχε αναμειχθεί με την πολιτική τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα για τη Nina Simone-τραγουδίστρια. Σε μια προσπάθεια να επανορθώσει γράφει το Don’t let me be misunderstood λίγο πριν το τέλος. Στο ημερολόγιό της γράφει ότι τα βράδια σπαράζει, «ουρλιάζω μέσα μου κάποιος να με βοηθήσει! … τους μισώ όλους, μα περισσότερο μισώ τον εαυτό μου».

Η Nina Simone, το ελεύθερο πνεύμα της, η μουσική αυτή ιδιοφυΐα δεν μπορούσε να προχωρήσει παράλληλα με την εποχή της, πήγαινε πάντα ενάντια σε αυτήν. Αυτή η χώρα δεν την χωρούσε πια. Αφήνοντας τη βέρα της στο τραπέζι μαζί με ένα σημείωμα εγκατέλειψε τον Andy και την κόρη τους και έφυγε για την Αφρική. Η Λιβερία ήταν πια το σπίτι της, η ελευθερία της. Λίγα χρόνια αργότερα πήρε την κόρη της μαζί της. Κάπως έτσι άρχισε ένας εφιάλτης για τη Lisa. Η μητέρα της έγινε από παρηγοριά της, το τέρας της ζωής της. Η Simone, όντας η ίδιας θύμα ενδοοικογενειακής βίας, τώρα ήταν αυτή που ξεσπούσε στο παιδί της. Τη χτυπούσε συνεχώς. Της ασκούσε όχι μόνο σωματική, αλλά και συναισθηματική βία. Το νεαρό κορίτσι έφτασε ως την αυτοκτονία. Τελικά, όμως, αποφάσισε να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη όπου έμεινε πια μόνιμα με τον πατέρα της, ενώ η Simone μετακόμισε στην Ελβετία και μετά στο Παρίσι.

Η Nina ήταν εκτός ελέγχου και η παλιά της δόξα είχε παρέλθει. Ένας φίλος της τη βοήθησε να πάει στην Ολλανδία για θεραπεία, όπου διαγνώστηκε με διπολική διαταραχή. Με φαρμακευτική αγωγή η Simone άρχισε να επανέρχεται. Νέες συναυλίες έφεραν το χαμόγελο στα χείλη της. Η κόρη της την επισκέφτηκε στη νέα της κατοικία, χωρίς να μπορεί να ξεπεράσει την αγριότητα της μητέρα της.

Η Simone ήταν μια μουσική ιδιοφυΐα που κατέληξε ένα αγρίμι μεγαλώνοντας μέσα στη σάπια κοινωνία των ΗΠΑ και την κακοποίηση στον γάμο της. Τα τραύματά της και η ψυχική της ασθένεια την οδήγησαν εκτός ορίων με αποτέλεσμα να καταστρέψει όχι μόνο τον εαυτό της, αλλά και το παιδί της. Η στιγμή, που η Simone σε μία συνέντευξή της αναφέρει πως θεωρεί τον εαυτό της πολύ καλή μητέρα είναι μόνο μία απόδειξη της διαταραγμένης της προσωπικότητας.

Ένα ντοκιμαντέρ αντικειμενικό, που παρουσιάζει με οδυνηρό τρόπο κάθε πτυχή της αγαπημένης αυτής φωνής, που αξίζει πραγματικά να παρακολουθήσεις. Θα θυμώσεις μαζί της, με την κοινωνία, με τους ανθρώπους, θα σιχαθείς την Αμερική, θα δακρύσεις, θα συμπονέσεις τη Lisa, θα τραγουδήσεις με τη Nina, θα θέλεις να βρίσεις και να φωνάξεις, να φτύσεις τον Andy, και στο τέλος θα παραδεχθείς ότι ένα ταλέντο μπορεί να γεννηθεί μέσα από τα πιο μαύρα σκοτάδια, να λάμψει και να ξαναβυθιστεί στα σκατά σε μια νύχτα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα είναι πάντα ταλέντο.

Ένας πολύ σημαντικός λόγος να το δεις είναι γιατί το άκουσμα των τραγουδιών της Simone δε θα είναι ποτέ πια ίδιο στ’ αυτιά σου. Σε κάθε στίχο θα ακούς τη διαταραγμένη ψυχή της Nina Simone, και σε κάθε νότα την Eunice Waymon, το νεαρό κορίτσι από τη Βόρεια Καρολίνα που ονειρεύεται να γίνει η πρώτη μαύρη κλασική πιανίστρια.

Το τελευταίο της σπίτι ήταν η Νότια Γαλλία και το 2003 έφυγε απ’ τη ζωή έχοντας επανακτήσει ένα μέρος της παλιάς της δόξας πάνω στα πλήκτρα κάνοντάς να νιώθει ολοκληρωμένη. Το κορίτσι που γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1933 στο Tryo είχε γράψει ιστορία.

«We will shape and mold this country or it will not be molded and shaped at all anymore. So I think we don’t have a choice. How can you be an artist and not reflect the times?» N.S

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here