«Ονομάζομαι Μάρθα … Ο σύζυγός μου ήταν ερμηνευτής ονείρων. Το έργο του τάραξε τις ζωές των ανθρώπων.»

Η Μάρθα ήταν η γυναίκα του Σίγκμουντ Φρόυντ, πατέρα της σύγχρονης ψυχανάλυσης, και ενός από τους πιο βαθυστόχαστους αναλυτές του 20ου αιώνα.

Μόλις 21 χρόνων, η Μάρθα συναντά τον Εβραίο γιατρό Σίγκμουντ. Ερωτεύονται παράφορα. Εκείνος την παρακαλεί διακαώς να τα παρατήσει όλα και να ζήσει μαζί του στην Βιέννη. Για ‘κείνη ο μεγάλος ενδοιασμός είναι η μητέρα της, μια φιγούρα συγκλονιστικά αποτυπωμένη στην ψυχοσύνθεση της νεαρής Μάρθας. Μία φιγούρα που – μαζί με άλλες – την ακολουθεί εμμονικά στα όνειρά της, όνειρα που ο «ερμηνευτής ονείρων» σύζυγός της, όπως αποκαλεί η Μάρθα τον Φρόυντ, δεν βρήκε ποτέ τον χρόνο να ερμηνεύσει.

εγώ η μάρθα φρόυντ κριτική

Το σποράκι του φόβου φυτρώνει για πρώτη φορά στην ψυχή της νεαρής Μάρθας, όταν το ζευγάρι μετακομίζει σε νέο σπίτι, ένα σπίτι σημαδεμένο από μία τραγωδία, μια φρικτή πυρκαγιά. Η Μάρθα στοιχειώνεται πρώτη φορά, ακούει σπαρακτικές φωνές να ζητούν βοήθεια. Η τραγική ειρωνεία του έργου είναι πολύ έντονη στο σημείο αυτό, λόγω της κατάληξης της πρωταγωνίστριας ως σπαρακτικής φωνής να ζητά απεγνωσμένα βοήθεια από τον άντρα της, από τον οποιονδήποτε…

«Για να γνωρίσουμε το παρόν μας πρέπει να γνωρίσουμε το παρελθόν μας» Φρόυντ

Από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η κατάδυση στον κρυφό ψυχισμό της ηρωίδας, μιας γυναίκας θύτη και θύματος. Από το παρελθόν στο τώρα με αφετηρία τον έρωτα και σημείο τερματισμού τον θάνατο. Κατά την κατάδυση αυτή μάς αποκαλύπτονται απόκρυφα μυστικά για τη ζωή της ίδιας, αλλά και του Φρόυντ. Ο έρωτας που γίνεται υστερία, η σεξουαλικότητα και η σεξουαλική επιθυμία που δεν κάνει δαικρίσεις στο φύλο, τα όνειρα και η προσπάθεια ερμηνείας συμπεριφορών και σκέψεων μέσα από την νέα αυτή μορφή «ιατρικής», την ψυχανάλυση για την οποία το κοινό πληροφορείται πολλά, είναι τα κεντρικά θέματα που θίγονται.

Η Άννα Ο, το πρώτο επίσημο περιστατικό ψυχανάλυσης, που αναλαμβάνει ο Φρόυντ από τον συνάδελφο και φίλο του, Γιόζεφ Μπρόυερ, αλλά και όλες οι «υστερικές γυναίκες», όπως τις ονομάζει η Μάρθα, ασθενείς του, η «τρυφερή» αλληλογραφία του Σίγκμουντ με τον Βίλχελμ Φλις – σύμφυτη με την πορεία της ψυχανάλυσης – που καθορίζει μια σχέση με ένα τεράστιο ερωτηματικό, στιγματίζουν, τρομοκρατούν, συνταράσσουν την Μάρθα Φρόυντ.

Ο εύθραυστος δαντελένιος ψυχισμός μιας γυναίκας κατακερματίζεται στο πλευρό του συζύγου της, σε μία ζωή, όπου όλα επιτρέπονται. Σκέψεις απαγορευμένες και ξεδιάντροπες πότε μένουν φυλαγμένες στο υποσυνείδητο και πότε γίνονται πραγματικότητα. Το αποκορύφωμα της «τρέλας» της Μάρθας προσωποποιείται μέσω της κόρης τους Άννας – ενός από τα έξι παιδιά του ζευγαριού –  στην οποία ο Φρόυντ έδειχνε ιδιαίτερη αδυναμία. Η Μάρθα όχι μόνο ερωτεύτηκε τον Φρόυντ, η Μάρθα λάτρευε τον Φρόυντ, τον θαύμαζε, τον στήριζε σε σημείο που θυσίασε ό, τι σημαντικότερο είχε, τον Εαυτό της.

«Ο έρωτας ή θα είναι ακραίος ή δε θα υπάρξει ποτέ…» Μάρθα

Το όνειρο μπλέκεται αριστοτεχνικά με την πραγματικότητα, με την βοήθεια έντονων ταραγμένων μελωδιών και ηχογραφήσεων, που αναστατώνουν και εντείνουν τα αισθήματα αγωνίας και αγανάκτησης. Τα σκηνικά εναλλάσσονται με κεντρικό σημείο πάντα το λευκό ανάκλιντρο, που φέρνει στον νου καναπέ ψυχανάλυσης και την «Μικρή, γλυκιά πριγκίπισσα», σύζυγο του Σίγκμουντ, Γιούλη Ζήκου, πάντοτε στο κέντρο της σκηνής να αφηγείται κλιμακωτά μέσα σε 1 ώρα και 45 λεπτά την πολυτάραχη ζωή της. Η σπαρακτική ερμηνεία της πρωταγωνίστριας σχεδόν μετατρέπει το έργο σε έναν τραυματικό μονόλογο μίας γυναίκας στο πλευρό ενός «Μεγάλου» άντρα, τον οποίο εδώ υποδύεται ο Πέτρος Αποστολόπουλος. Στο βλέμμα της ηθοποιού Γιούλης Ζήκου αποτυπώνεται βαθμιαία η μετάβαση από την αγάπη και τον έρωτα στην εμμονή, την απελπισία, τα λεπτά όρια της επιθυμίας για το οριστικό τέλος, τον θάνατο. Ενώ, η απόλυτη ψυχραιμία του Πέτρου Αποστολόπουλου, ακόμα και στις πιο «τρελές» στιγμές της Μάρθας, αναβιώνει επί σκηνής την πιο σημαντική φιγούρα του κλάδου της ψυχολογίας.

«Η αγάπη σου για την αλήθεια σε έκανε σκληρό σε μένα Σίγκμουντ…» Μάρθα

Αναφορά αξίζει να γίνει και στις ερμηνείες του Αγησίλαου Σιούνα, ως Σεργκέι, και της Ελένης Κερολάρη, ως Άννα Φρόυντ – Λου Σαλομέ, δύο νέων ηθοποιών που υποδύονται διάφορους ρόλους στην παράσταση, καθώς επίσης και του Μανώλη Γεραπετρίτη ως Γιόζεφ Μπρόυερ, του ψυχοθεραπευτή φίλου του Σίγκμουντ.

Ένα βιβλίο αποτέλεσε τη βάση για τη γέννηση της παράστασης «Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ» στο θέατρο Τέσσερις Εποχές – Γιάννης Μόρτζος. Το ομώνυμο μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου μεταφέρεται επί σκηνής από την Γιούλη Ζήκου, η οποία εκτός από τον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι και σκηνοθέτης του έργου. Η σκηνοθεσία είναι αναμφίβολα ένα μεγάλο ατού της παράστασης, που μαζί με τις ερμηνείες των ηθοποιών θέτει το κοινό στο κέντρο του έργου να αναρωτιέται και να συλλογίζεται σε πρώτο πρόσωπο. Έτσι ακριβώς γίνεται και ο οριστικός αποχαιρετισμός Φρόυντ – Μάρθας, Μάρθας – κοινού.

«Σε ποιο πρόσωπο να μιλήσω για το τέλος» Μάρθα

«Σε πρώτο πρόσωπο, Εγώ» Φρόυντ

 

Ονομάζομαι Μάρθα. Τον Απρίλιο του 1882 γνώρισα έναν νεαρό γιατρό.

Τον ερωτεύτηκα. Ήμουν 21 χρόνων.


Ταυτότητα της Παράστασης

 

Συντελεστές

Θεατρική Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιούλη Ζήκου

Σκηνικά- Κοστούμια: Λαμπρινή Καρδαρά

Φωτισμοί- video: Τάκης Ποδαρόπουλος

Πρωταγωνιστούν

Γιούλη Ζήκου: Μάρθα Φρόυντ

Πέτρος Αποστολόπουλος: Σίγκμουντ Φρόυντ

Μανώλης Γεραπετρίτης: Γιόζεφ Μπρόυερ- Γιατρός-Άνδρας

Αγησίλαος Σιούνας : Σεργκέι – Οιδίποδας

Ελένη Κερολάρη : Άννα Φρόυντ- Λου Σαλομέ-Γυναίκες

Φωνές

Φαίη Κοκκινοπούλου: Λου Σαλομέ – Ηθοποιός

Ηλιάνα Παναγιωτούνη: Αμαλία Φρόυντ –Μίνα Μπέρνεϋς

Πέτρος Αποστολόπουλος: Πατέρας Μάρθας Φρόυντ – Γυναίκα άρρωστη

Γιάννης Μόρτζος: Αυτοκράτορας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here