Blade Runner 2049, Denis Villeneuve ~ 2017

Ένα οπτικό κομψοτέχνημα, το οποίο αποτελεί μοναδική κινηματογραφική εμπειρία για σινεφίλ και μη.

201
Μοιραστείτε

«Ridley Scott ή Denis Villeneuve  είναι το ερώτημα των τελευταίων ημερών υπό το εκστατικό κλίμα που έχει δημιουργήσει η άφιξη του «Blade Runner 2049» στη σκοτεινή αίθουσα.

Η απάντηση είναι ότι, όσο και αν οι φανατικοί του original έργου θα ήθελαν να υποστηρίξουν το αντίθετο, το sequel του Blade Runner είναι ένα αριστούργημα που μοιάζει να έγινε με κάθε σεβασμό και πίστη στον προπάτορά του, και παρόλο που ακολουθεί τη science fiction αισθητική της εποχής μας και είναι απαλλαγμένο από τα νέο-νουαρ στοιχεία που κατέκλυζαν το προηγούμενο, μπορεί να σταθεί αντάξιο του πρώτου.

Αν ο Jordan Cronenweth (cinematographer) δημιούργησε τις φουτουριστικές δυστοπίες του «παίζοντας» με neon, xenon και άλλες πρωτοποριακές για την εποχή τεχνολογίες φωτισμού, ο Roger Deakins, αφουγκραζόμενος τις sci fi απαιτήσεις της εποχής, προτίμησε να γείρει ολίγον τι προς την πλευρά του νατουραλισμού και να αποδώσει τη ζοφερή ατμόσφαιρα που απαιτούσε η πρωτότυπη ταινία – κολοσσός, με χρωματικά παιχνιδίσματα, κλιματικές αλλαγές και με τη λήψη πλάνων από πραγματικά μέρη.

Όλ’ αυτά βέβαια, σε συνδυασμό με  τα επιβλητικά και μνημειωδών διαστάσεων κτίσματα και αγάλματα, μόνο απόκοσμες πραγματικότητες μπορούν να χαρακτηριστούν από το φιλοθεάμον κοινό.

Και η συνταγή πέτυχε! Μυστήριο, χάος και μουσική (του αγαπημένου Hans Zimmer και του Benjamin Wallfisch στη διαδοχή του Βαγγέλη Παπαθανασίου) που μοιάζει να αναγγέλλει το τέλος του κόσμου είναι τα βασικά συστατικά της νέας ταινίας Blade Runner.

Μυστήριο, χάος και μουσική

Ας δούμε όμως πού βρισκόμαστε:

Για όσους δεν έχουν εντρυφήσει στο cult του Blade Runner, πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για μια ταινία που βασίστηκε στη νουβέλα του 1968, του Philip K. Dick, «Do Androids Dream of Electric Sheep?».

Το 1982, λοιπόν, ο Ridley Scott ζωντάνεψε στη μεγάλη οθόνη έναν κόσμο στον οποίο ευδοκίμησαν όλες οι προφητικές και τρομολαγνικές -παίρνω το θάρρος να πω- θεωρίες του τότε κόσμου για το (παρόν σχεδόν για εμάς) μέλλον.

Έτσι, λοιπόν, στο L.A του 2019, που έχει μεταμορφωθεί σε μια καπιταλιστική δυστοπία, ο blade runner Rick Deckard (Harrison Ford) έχει ως τελευταία αποστολή της καριέρας του να εντοπίσει και να «αποσύρει» επαναστατημένες ρεπλίκες που απέδρασαν στη γη.

Τι είναι όμως οι ρεπλίκες;

Πρόκειται για προϊόντα της βιοτεχνολογίας, δημιουργήματα της Tyrell Corporation, φτιαγμένα καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του ανθρώπου, με αυξημένη σωματική δύναμη, προκειμένου να αποτελέσουν το ενισχυμένο εργατικό δυναμικό που χρειάζεται η ανθρωπότητα κατά τη διαδικασία της αποικιοποίησης νέων πλανητών.

Ο Deckard (τo όνομα μάς θυμίζει αμέσως-αμέσως τον Καρτέσιο και το γνωστό του απόφθεγμα «cogito ergo sum» στο οποίο βασίζονται άλλωστε και οι ρεπλίκες, για να αποδείξουν την γνησιότητα της ύπαρξής τους και την ανθρωπινότητά τους) εντοπίζει και εξολοθρεύει όλες τις ρεπλίκες εκτός από μια, την Rachel, την οποία ερωτεύεται και στο τέλος φυγαδεύει. Έτσι τελειώνει περίπου (ανάλογα και με το cut που προτιμά ο καθένας) το original έργο.

Τριάντα χρόνια μετά, σε ένα εξίσου -αν όχι περισσότερο- δυστοπικό περιβάλλον, τα υπολείμματα της χρεωκοπημένης Tyrell εκμεταλλεύεται η εταιρεία Wallace, που αναλαμβάνει να φτιάξει νέα μοντέλα κλώνων ή replicants. Τα νεότερα, πιο πειθαρχημένα μοντέλα αναζητούν τους εναπομείναντες κλώνους της προηγούμενης γενιάς και τους εξολοθρεύουν.

Αυτή είναι και η αποστολή του πρωταγωνιστή blade runner ονόματι (Ryan Gosling), του οποίου η ζωή αλλάζει όταν ανακαλύπτει τον τάφο μιας ρεπλίκας, η οποία φαίνεται να είχε κυοφορήσει, πράγμα πρωτάκουστο.

Ο μοναχικός  Κ, που ως τότε ζούσε με μοναδική συντροφιά το –default software – ολόγραμμα μιας γυναικείας φιγούρας (ειρωνικά μας έρχεται στο μυαλό η πιθανή μετεξέλιξη της Siri), ξεκινά ένα αγωνιώδες ταξίδι εύρεσης του μοναδικού αυτού παιδιού και αντιμετωπίζει το κομβικό για τη ζωή του δίλημμα:

Να σκοτώσει το παιδί για χάρη των ανθρώπων, όπως του ζητήθηκε, προκειμένου να διατηρηθεί η ευταξία ή να γίνει ο υποκινητής μιας επανάστασης του είδους του, σώζοντας το;

Στο μεταξύ γίνεται η αποκάλυψη ότι το ιδιαίτερο αυτό παιδί είναι γόνος του Deckard και της Rachel στην οποία ανήκε και ο τάφος, ενώ ο πρωταγωνιστής μας αρχίζει και υποψιάζεται –ή μάλλον λαχταρά- πως το παιδί που ψάχνει είναι τελικά ο ίδιος.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας νιώθεις ένα ελαφρύ μούδιασμα. Έτσι ακριβώς όπως αισθάνεσαι λίγο πριν ξυπνήσεις από ένα περίεργο όνειρο, όπου τα όρια μεταξύ φανταστικού και πραγματικού μοιάζουν να συγχέονται. Είναι αυτή η αίσθηση που έχει λίγο πολύ κανείς βλέποντας και τις –εξίσου φουτουριστικές – ταινίες των Wachowski (βλ. Matrix, Cloud Atlas κ.λπ.).
Η εναλλαγή των σεκάνς, άλλοτε αργή, άλλοτε βίαιη μοιάζει με εμβύθιση σε συνειρμικό ταξίδι. Παρ’ όλ’ αυτά ο ρυθμός της είναι σχετικά σταθερός και αρκετά παρεμφερής με το πρώτο έργο, με κορύφωση της δράσης προς το τέλος.

 

Προβληματικές και μοτίβα:

Αν το πρώτο Blade Runner ήταν ωδή στην υπαρξιακή οδύνη, εκφράζοντας παράλληλα το πρώτο μούδιασμα των ανθρώπων σε ό, τι αφορά ζητήματα βιοηθικής μπροστά στις επερχόμενες γιγαντιαίες επιστημονικές εξελίξεις, το φετινό αριστούργημα δεν προοιωνίζει κάτι παρά μόνο θίγει τις προβληματικές-σημεία των καιρών μας και ίσως είναι αυτό που την καθιστά ένα τόσο βαθιά φιλοσοφημένο έργο.

Στα περισσότερα πλάνα μπορεί να δει κανείς ότι ο κόσμος έχει μετατραπεί σε μια υλιστική χωματερή. Τα υπερμεγέθη κτήρια στα οποία προβάλλονται μονίμως φανταχτερές διαφημίσεις μεγάλων πολυεθνικών, οι τεράστιοι σκουπιδότοποι με το συσσωρευμένο μέταλλο, η δημιουργία συνθετικής τροφής και η έλλειψη ξύλου δεν μπορεί παρά να τονίζουν την περιβαλλοντολογική κρίση της εποχής μας. Όλοι φαίνονται να εργάζονται οραματιζόμενοι καπιταλιστικές ουτοπίες, όμως κάτι πάει πολύ στραβά.

Στα περισσότερα πλάνα μπορεί να δει κανείς ότι ο κόσμος έχει μετατραπεί σε μια υλιστική χωματερή.

Η υπερκατανάλωση οδήγησε στην ανάγκη δημιουργίας πρόσθετου εργατικού δυναμικού μέσω των replicants και την ίδια στιγμή βλέπουμε στην ταινία παιδιά να δουλεύουν σα σκλάβοι για την βιομηχανική παραγωγή. Η αναφορά στην παιδική εργασία ή ακόμη και στην εργασία του Τρίτου Κόσμου εις βάρος του οποίου στηρίζεται ο λεγόμενος Πρώτος είναι έκδηλη.

Έντονος προβληματισμός, όμως, δημιουργείται και στο κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων. Ο ρομαντικός έρωτας του Deckard και της Rachel μοιάζει να ανήκει σε άλλους καιρούς. Εδώ κυριαρχεί ο αγοραίος έρωτας, αλλά και μια ιδιάζουσα μορφή πλατωνικού έρωτα που «ενσαρκώνεται» στη μορφή της Joi (Ana De Armas), του ολογράμματος που συντροφεύει τον Κ. Παρόλο που η Joi μοιάζει να έχει συνείδηση και να τρέφει αληθινά αισθήματα για τον πρωταγωνιστή, ανακαλύπτουμε στη συνέχεια ότι δεν είναι παρά ένα λογισμικό που πωλείται με το ίδιο μάλιστα όνομα σε όλους όσους αισθάνονται ερωτική, και όχι μόνο, μοναξιά.

Τέτοιες σχέσεις έχουν πραγματευτεί και άλλες ταινίες στο παρελθόν (Her, Εx machina) ίσως όμως όχι με τόσο τραγωδικό τρόπο. Όπως σ’ αυτές, έτσι κι εδώ, εκφράζεται η αμηχανία των ανθρώπων στην εποχή που η τεχνολογία μοιάζει να απαιτεί τον επαναπροσδιορισμό των διαπροσωπικών σχέσεων.

Τέλος, σημαντικό μοτίβο είναι αυτό της μνήμης. Η μνήμη συνδέεται με την εμπειρία, άρα και την ύπαρξη. Οι ρεπλίκες έχουν πλαστές αναμνήσεις, ενώ οι άνθρωποι αυθεντικές. Αυτή είναι και μια από τις βασικές διαφορές τους.

Πώς ορίζεται όμως η αυθεντική μνήμη στην εποχή που η ατομική εμπειρία μπορεί να γίνει αυτόματα συλλογική χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία και το διαδίκτυο;

Γεννώντας τέτοιου είδους ερωτήματα η προσθετική μνήμη αποτελεί άλλη μια βασική προβληματική του πολυδιάστατου sequel.

Χαρακτήρες:

Ο δραματικός χαρακτήρας του Ryan Gosling είναι καθοριστικός για την πορεία της ταινίας. Από στρατιώτης του συστήματος και σκλάβος του ανθρώπινου είδους μετατρέπεται σε έναν προμηθεϊκό αντιήρωα, που καθηλώνει το κοινό στον μεσσιανικό του δράμα.

Εγκλωβισμένος στα όρια ή μάλλον στα περιθώρια των δυο κόσμων, ο Κ συνειδητοποιεί ότι θέλει να είναι αληθινός, ανθρώπινος, όπως ακριβώς ήθελε ο David στο Artificial Intelligence (2001), όταν ζήτησε από τη Νεράιδα να τον κάνει «αληθινό αγόρι».

Δυναμική φυσιογνωμία αποτελεί και ο χαρακτήρας της Luv, πιστής ακολούθου του ιδρυτή της εταιρείας Wallace, την οποία υποδύεται η Sylvia Hoeks, όπως και της γνωστής κυρίας του House of Cards, Robin Wright, ως υπεύθυνης των αποστολών του K.

Αρκετά ιδιόμορφη φιγούρα, άξια προσοχής, είναι και αυτή του Niander Wallace (Jared Leto) ενός ανθρώπου (;) που μοιάζει να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του στοιχεία τόσο δυτικών όσο και ανατολικών θρησκευτικών ιδεών, σαν ένας ζεν θεάνθρωπος που δίνει και παίρνει ζωές με το όραμα να φτιάξει το τέλειο έμβιο ον.

Όσον αφορά το χαρακτήρα του Harrison Ford, περισσότερο μοιάζει με ρόλο-φόρο τιμής και νοσταλγίας παρά με πρωταγωνιστικό, αν και στο τέλος φαίνεται να «χτίζει» τα θεμέλια για επόμενα πιθανά sequel.

Το «Blade Runner 2049» δεν είναι αψεγάδιαστο. Ίσως οπτικά και τεχνικά να είναι από τα καλύτερα δείγματα ταινιών του είδους, όμως δεν μπορούμε να παραλείψουμε τον πεσιμισμό με τον οποίο παρουσιάζει τον σύγχρονο κόσμο, ειδικά όταν αυτός κορυφώνεται στην κοινωνική ακινησία, αλλά και στις έμφυλες αναπαραστάσεις που θέλουν τη γυναίκα σε ρόλους νοικοκυράς ή αντικειμένου ηδονής που μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί από ένα λογισμικό και να γίνει εμπόρευμα.

Director DENIS VILLENEUVE on the set of Alcon EntertainmentÕs sci fi thriller BLADE RUNNER 2049 in association with Columbia Pictures, domestic distribution by Warner Bros. Pictures and international distribution by Sony Pictures Releasing International.

 Όπως και να ‘χει το sequel του «Blade Runner» είναι ένα οπτικό κομψοτέχνημα, το οποίο αποτελεί μοναδική κινηματογραφική εμπειρία για σινεφίλ και μη και συνιστάται χωρίς ενδοιασμούς.

Και φυσικά το εξωπραγματικά τέλειο soundrack της ταινίας:

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInEmail this to someone

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here