«Call me by your name and I’ll call you by mine» λέει ο Oliver στον Elio, και καταλαβαίνεις γιατί τόσοι καλλιτέχνες και συγγραφείς ανά τους αιώνες έχουν επιδοθεί στην προσπάθεια να εκφράσουν την ανάγκη δυο εραστών να γίνουν ένα.

Κι αν το παραπάνω ακούγεται “cheesy” σε κάποιους, επιβάλλεται να τους προειδοποιήσουμε ότι πρόκειται για μια αισθαντική ταινία την οποία για να αφουγκραστεί κανείς πλήρως πρέπει να τα χει καλά με τον έφηβο εαυτό του ή έστω να αγαπά να αναπολεί τις ένδοξες μέρες της ανεμελιάς πριν την επέλαση του κυνισμού της ενηλικίωσης.

Λίγο πριν φτάσω στη μέση της ταινίας η εντύπωσή μου ήταν πως πρόκειται για ακόμα μια δραμεντί πλατωνικού έρωτα από αυτούς με τους οποίους αρέσκεται ο δυτικός κινηματογράφος να καταπιάνεται κάθε τόσο (Χωρίς να τολμήσω σύγκριση θα θυμηθώ τον Visconti με το Death in Venice και το πολυσυζητημένο Moonlight του Barry Jenkins).

Αισθητικά έβλεπα κάτι μεταξύ indie ταινίας και ταινίας εποχής: αργός ρυθμός, μικρές κοφτές σκηνές, ρεαλιστικοί διάλογοι, έμφαση στην κινησιολογία και στο φυσικό φως.

Τίποτα που δεν έχουμε δει στις παραγωγές που περνούν από την έγκριση των Καννών. Από κει και πέρα, όμως, μπαίνοντας σε μια υποτιθέμενη β’ πράξη του έργου που αλλάζει δραματικά ρυθμό, σταμάτησα να καταμετρώ μοτίβα και cuts, να συγκρίνω και να αμφισβητώ. Γιατί πράγματι, από ένα σημείο και μετά βρίσκεσαι στη ζεστή εξοχή της Λομβαρδίας και φαντάζεσαι τον εαυτό σου ξαπλωμένο κάτω από τις πλούσιες ροδακινιές των καλοφροντισμένων κήπων της οικογένειας Pearlman, ενώ παράλληλα βλέπεις να εξελίσσεται μπροστά σου μια σχέση-έμβλημα ολοκληρωτικής επιθυμίας μα πάνω απ’ όλα  μια σχέση βαθιά ανθρώπινη.

Βέβαια, η αισθητική αυτή, που θέλει τον θεατή να νιώθει ότι παρακολουθεί τα γεγονότα από κοντά σαν να ‘τανε τάχα κρυμμένος πίσω από τα παρτέρια ήταν πρωταρχικό μέλημα του σκηνοθέτη Luca Guadagnino, ο οποίος ως υπέρμαχος του αναλογικού φιλμ διψά να αιχμαλωτίζει με την κάμερά του τα ζεστά φυσικά χρώματα της ειδυλλιακής εξοχής.

Η δεξιοτεχνία του Guadagnino, αλλά και του James Ivory, που μετέτρεψε το ομώνυμο μυθιστόρημα του Andre Aciman σε σενάριο, κορυφώνεται  στους χαρακτήρες και στον τρόπο με τον οποίο αυτοί εξελίσσονται με το πέρασμα της ώρας: αλματωδώς μεν αβίαστα και φυσικά δε.

Ο Elio (Timothée Chalamet), μεταξύ εφηβείας και ενηλικίωσης, με πρόσωπο που ακτινοβολεί νεότητα, περνά όμορφες μέρες καλοκαιρινής ραστώνης στην εξοχική οικία των γονιών του. Φιλομαθής και πολύγλωσσος απολαμβάνει τα προνόμια του μεγαλοαστικού και πολυεθνικού περιβάλλοντος, στο οποίο μεγαλώνει και  εξασκεί το μουσικό του ταλέντο φλερτάροντας με την ιδιοφυΐα του Liszt, του Bach και του Busoni.

Ο Oliver (Armie Hammer), ένας νεαρός Αμερικάνος φοιτητής αρχαιολογίας, προκλητικά άρτιος σε ομορφιά – όσο κι ένα αρχαιοελληνικό άγαλμα του Πραξιτέλη (εμφανής ο παραλληλισμός αναφορών και εικόνας στην ταινία) – επισκέπτεται τον καθηγητή του, Mr. Pearlman, με σκοπό να τον βοηθήσει στις έρευνές του, ενώ παράλληλα αφήνεται στη συντροφιά του μοναχογιού της οικογένειας και μοναδικού ξεναγού του, Elio.

Η σχέση των δυο κλιμακώνεται από μια διόλου αμφίβολη ψυχρότητα και ανταγωνιστικότητα (τουλάχιστον από την πλευρά του Elio) σε ένα τρυφερό είδος σχέσης που μόνο εκείνοι θα είχαν το δικαίωμα να κατονομάσουν.

Είναι πολλές οι σκηνές στο Call me by your name που μπορούν να αναλυθούν αυτοτελώς. Δε θα διαφωνούσε κανείς παρ’ ολ’ αυτά αν λέγαμε ότι όλη η ουσία του έργου συνοψίζεται στην περίφημη σκηνή με το ροδάκινο (όπου ο Elio βρίσκει τον εαυτό του να αναζητά τα ερωτικά του όρια με τη βοήθεια ενός ροδάκινου!) και στην προτελευταία σκηνή στην οποία o πατέρας του Elio (Michael Stuhlbarg) φτιάχνει με τις λέξεις του μια ανθοστόλιστη επιτύμβια στήλη για το τέλος της όμορφης αυτής σχέσης.

Η πρώτη σκηνή, απο τις δυο που αναφέρθηκαν, είναι αν μη τι άλλο αμφιλεγόμενη. Όμως, γιατί να μπει κανείς στον κόπο να κρίνει κάτι τόσο εγγενώς αγνό που τίποτα άλλο δε θέλει να πει παρά μόνο πόσο πολύπλοκη και πολυσχιδής μπορεί να είναι η σεξουαλικότητα ενός ανθρώπου ειδικά σε μια ηλικία που ψάχνει να βρει τον εαυτό του; Καθαρός συμβολισμός! Όσο για τα λόγια του πατέρα..:

«When you least expect it, Nature has cunning ways of finding our weakest spot. Just remember: I am here. Right now you may not want to feel anything. Perhaps you never wished to feel anything. And perhaps it’s not to me that you’ll want to speak about these things. But feel something you obviously did. Look – you had a beautiful friendship. Maybe more than a friendship. And I envy you. In my place, most parents would hope the whole thing goes away, to pray that their sons land on their feet. But I am not such a parent. In your place, if there is pain, nurse it. And if there is a flame, don’t snuff it out. Don’t be brutal with it. We rip out so much of ourselves to be cured of things faster, that we go bankrupt by the age of thirty and have less to offer each time we start with someone new. But to make yourself feel nothing so as not to feel anything – what a waste!… Remember, our hearts and our bodies are given to us only once. And before you know it, your heart is worn out, and, as for your body, there comes a point when no one looks at it, much less wants to come near it. Right now there’s sorrow. Pain. Don’t kill it and with it the joy you’ve felt…»

Αν και είναι λίγο πολύ ξεκάθαρο το μήνυμα του πατέρα στον φρέσκο-πληγωμένο γιο του είναι σίγουρα κάτι που δεν έχει ειπωθεί αρκετά από γονείς όσο θα έπρεπε.

Παροτρύνει, λοιπόν, τον Elio να πάρει αυτό το τραύμα και να το μετατρέψει σε εμπειρία και σε καμία περίπτωση να μη το εξαφανίσει. Γιατί ζούμε μια φορά, κι ας προσπαθούμε να το ξεχάσουμε. Κι αν απωθούμε από μικροί τα δυνατά συναισθήματα έτσι ώστε να γίνουμε άτρωτοι, τότε δε μένει τίποτα για μας και τους συντρόφους μας όταν μεγαλώσουμε…

Λόγια λιτά ειπωμένα, γεμάτα υπαρξισμό, που μεταφέρουν την τρομακτική αλήθεια για την ανθρώπινη οδύνη η οποία κορυφώνεται φυσικά στο φόβο της φθαρτότητας και του θανάτου.

To σπουδαίο σε αυτήν την ταινία είναι ότι δε ζητά από το θεατή να ηθικολογήσει, να διχαστεί ή να αναζητήσει τη λύση κάποιου είδους τραγωδικής σχέσης. Ούτε ασχολείται βέβαια με το θέμα της σεξουαλικής ταυτότητας και με political correct ονοματοδοσίες. Έχουν ασχοληθεί τόσοι άλλοι με αυτά. Και ναι, χρειάζεται να ασχοληθούν κι άλλοι τόσοι. Αλλά ο Guadagnino, και πολύ πιθανόν και ο Andre Aciman, μάς προσφέρουν μια όμορφη δικαιολογία ούτως ώστε να κάνουμε ένα διάλειμμα από τις κοινωνικές προστριβές που ταλανίζουν ανά τους καιρούς το θέμα του ομοερωτισμού και να δούμε την ουσία όλων που δεν είναι άλλη από την αγάπη δυο ανθρώπων.

Και ναι. Είναι ιδανικές οι συνθήκες. Ανοιχτόμυαλοι μεγαλοαστοί, σε ειδυλλιακά μέρη με χρόνο για μάθηση, διασκέδαση και έρωτα. Ίσως, όμως, τελικά οι συνθήκες να μην έχουν σημασία. Γιατί όποιες κι αν είναι αυτές, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει το χρόνο. Το καλοκαίρι φαίνονται όλα όμορφα και εύκολα ακριβώς όπως όταν είσαι νέος, όποιος κι αν είσαι. Γι’αυτό πρέπει να ζει κανείς το εφήμερο γιατί αναπόφευκτα κάποτε έρχεται ο χειμώνας.

Η ταινία πλαισιώνεται με τις απόλυτα ταιριαστές και άκρως νοσταλγικές μελωδίες του Sufjan Stevens.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here