The Neon Demon, Nicolas Winding Refn ~ 2016

Έχοντας δώσει το στίγμα του με ταινίες όπως το «Bronson» (2008) και το «Valhalla Rising» (2009), ο Δανός σκηνοθέτης Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν έγινε ευρέως γνωστός το 2011, όταν κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών για την ταινία «Drive», για ν’ ακολουθήσει το βίαιο «Only God Forgives» (2013) που, παρότι  προτάθηκε για τον Χρυσό Φοίνικα, συγκαταλέγεται για πολλούς στις πιο cult ταινίες των τελευταίων ετών.

Αν και αρκετοί περίμεναν με την τελευταία του ταινία να (ξανα)κερδίσει το κοινό και τους κριτικούς, στην πρώτη προβολή του στο Φεστιβάλ Καννών το «Neon Demon» (2016) απέσπασε τόσο χειροκροτήματα όσο και γιουχαΐσματα, και μολονότι έδωσε στον Ρεφν άλλη μία υποψηφιότητα για τον Χρυσό Φοίνικα, απέσπασε τελικά το βραβείο καλύτερου soundtrack.

Όσον αφορά τη γενικότερη υποδοχή, το τελευταίο κινηματογραφικό πόνημα του Δανού σκηνοθέτη κέρδισε αρκετές καλές κριτικές και αρκετές υποψηφιότητες σε διάφορα φεστιβάλ κινηματογράφου, αποσπώντας μάλιστα το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ του Σίτζες. Εισπραχτικά, ωστόσο, η ταινία δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη, ενώ στην Ελλάδα πέρασε μάλλον απαρατήρητη.

Όσο πολυχρησιμοποιημένη κι αν είναι η λέξη «αμφιλεγόμενος», ο εν λόγω χαρακτηρισμός φαίνεται ν’ αντιπροσωπεύει επάξια το Δανό σκηνοθέτη που έχει ήδη καταφέρει ν’ αποκτήσει φανατικούς φίλους και φανατικούς εχθρούς. Στις προηγούμενες ταινίες του παρουσίασε εικόνες ωμής βίας κάνοντας μια βουτιά στον κόσμο του εγκλήματος, ενώ τώρα στρέφεται στον – εξίσου επικίνδυνο – κόσμο της μόδας. Πρωταγωνίστριά του μια δεκαεξάχρονη κοπέλα, η Τζέσι, που μετακομίζει στο Λος Άντζελες προσδοκώντας να κάνει καριέρα ως μοντέλο. Η μακιγιέζ Ρούμπι είναι η πρώτη που θα πέσει στην παγίδα της ομορφιάς της, ενώ στη συνέχεια ένα πρακτορείο μοντέλων θα ενθουσιαστεί με την εμφάνισή της, προτείνοντάς της να συνεργαστεί μαζί τους, λέγοντας σε όλους πως είναι δεκαεννιά χρονών.

Αν και θα έρθει σ’ επαφή με γυναίκες που κάνουν πλαστικές επεμβάσεις και εξαντλητικές δίαιτες, η Τζέσι δεν κινδυνεύει: σφύζει από νιάτα κι ομορφιά, κι όπως θα της πει κι ένας σχεδιαστής μόδας, «μια γυναίκα που δε γεννήθηκε όμορφη δεν μπορεί να γίνει όμορφη», ενώ η ίδια θα παραδεχτεί πως δεν μπορεί να παίξει, να χορέψει ή να γράψει, αλλά μπορεί να βγάλει λεφτά απ’ την ομορφιά της.

Μια περίεργη νύχτα, κι έχοντας δει εφιάλτες, η νεαρή γυναίκα θα ζητήσει από τη Ρούμπι να τη φιλοξενήσει. Τότε, η σκοτεινή μακιγιέζ θα προσπαθήσει ν’ απομυζήσει και να εκμεταλλευτεί με κάθε τρόπο την ομορφιά της…

Σε αντίθεση με άλλες ταινίες παρόμοιας θεματολογίας, από το «The Neon Demon» απουσιάζουν οι δραματικές εξάρσεις και οι συγκινησιακά φορτισμένοι διάλογοι. Αποφεύγοντας να εστιάσει στην ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων, ο Ρεφν χαρίζει στους θεατές γοητευτικότατα πλάνα, όπου τόσο τα αντικείμενα όσο και οι ηθοποιοί είναι τοποθετημένοι στα κάδρα του με υποδειγματική ακρίβεια, με τους ηλεκτρονικούς ήχους του Κλιφ Μαρτίνεζ να βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με την ατμόσφαιρα της ταινίας.

Ο αργός ρυθμός θα κουράσει χωρίς αμφιβολία ορισμένους θεατές, ωστόσο η δράση είναι περιττή, αφού ο ίδιος ο κόσμος της μόδας είναι κενός και πληκτικός, όπως και η πρωταγωνίστριά του που, έχοντας ως κύριο εκφραστικό μέσο ένα μάλλον μελαγχολικό βλέμμα, περιφέρεται μηχανικά σ’ ένα όχι και τόσο φιλόξενο περιβάλλον. Εκ πρώτης όψεως φαντάζει αθώα κι εύθραυστη, όπως οι ξανθιές μούσες του Χίτσκοκ, ωστόσο η Τζέσι δε γίνεται ποτέ ιδιαίτερα συμπαθής στον θεατή, ο οποίος, χωρίς να ταυτιστεί μαζί της, παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, όπως φαίνεται να κάνει κι η ίδια.

Τα πρώτα ενενήντα λεπτά της ταινίας κυλούν, επομένως, σχετικά αργά, χωρίς ιδιαίτερη ένταση, ωστόσο, λίγο πριν το τέλος, ο Ρεφν καταφέρνει να προκαλέσει ξανά, παρουσιάζοντας σκηνές ομοφυλοφιλικού έρωτα, νεκροφιλίας κι ανθρωποφαγίας. Κι όμως, ακόμα και τα συγκεκριμένα πλάνα είναι στυλιζαρισμένα κι ενορχηστρωμένα υποδειγματικά, ενώ το σοκαριστικό αυτό τέλος δίνει στην ιστορία το βάθος που της έλειπε. Οι σκηνές αυτές φαίνεται ν’ αποτελούν και το βασικότερο λόγο που το «The Neon Demon» έχει χαρακτηριστεί «ψυχολογική ταινία τρόμου», αν και ουσιαστικά αποτελεί μία παραβολή πάνω στον μύθο του Νάρκισσου, όπως έχει δηλώσει κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, με τους συμβολισμούς του να θυμίζουν το θεατρικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» (1958).

Παρότι, λοιπόν, εύλογα μπορεί κάποιος να πει πως η ταινία είναι ενοχλητική και πως ο Δανός σκηνοθέτης προκαλεί επί τούτου, το βέβαιο είναι πως το σύμπαν του είναι γοητευτικό και οι συμβολισμοί του ενδιαφέροντες. Ο χρόνος θα δείξει αν ο Ρεφν θα καταφέρει να κερδίσει μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους σκηνοθέτες ή αν θα μνημονεύεται αποκλειστικά για τις σοκαριστικές σκηνές του.


The Neon Demon – 2016

Γαλλία – Δανία – Η.Π.Α.
Έγχρωμο
Σκηνοθεσία: Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν
Σενάριο: Μέρι Λος, Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, Πόλι Στένχαμ
Φωτογραφία: Νατάσα Μπράιερ
Μουσική: Κλιφ Μαρτίνεζ
Πρωταγωνιστούν: Έλ Φάνινγκ, Τζίνα Μαλόουν, Μπέλα Χίθκοουτ, Αμπεϊ Λι, Καρλ Γκλούσμαν, Κιάνου Ριβς, Κριστίνα Χέντρικς, Ντέσμοντ Χάρινγκτον
Διάρκεια: 117 λεπτά

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1992. Σπούδασα ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κι έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχανάλυση στο Brunel University London. Από το 2010 αρθρογραφώ σε διαδικτυακά περιοδικά μουσικής, ψυχολογίας και πολιτισμού, ενώ έχω παρακολουθήσει σεμινάρια στιχουργικής στο Μικρό Πολυτεχνείο υπό την εποπτεία της Δήμητρας Γαλάνη. Επίσης, είμαι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Βιβλίου κι έχω Grade 2 με έπαινο στη θεωρία της μουσικής και Grade 3 στο αρμόνιο από το Trinity College London.

RELATED POST

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

INSTAGRAM
FOLLOW ME
WP to LinkedIn Auto Publish Powered By : XYZScripts.com