Αν κλείσω τα μάτια και σκεφτώ τη Μεσσηνιακή Μάνη, όπως τη γνώρισα φέτος, θα προφέρω λίγες λέξεις· ελιές, θάλασσα, φιλοξενία, αλάτι. Τέσσερις λέξεις, αυτές που χαρτογραφούν τη Μάνη στην καρδιά μου.

#ligimaniakomi

Ένας τόπος γεμάτος ελιές, το πιο ζεστό και οικείο δέντρο όλων, ένα δέντρο με ιστορία. Υπέροχα πεντακάθαρα νερά και παραλίες που δε χωρά ο νους μου ότι μπορεί να βρίσκονται διάσπαρτες σε τόσα πολλά σημεία σε τόσο μικρές αποστάσεις. Πόσους όμορφους ανθρώπους γνώρισα σε αυτό το ταξίδι, ανθρώπους που μας άνοιξαν τα σπίτια, τα μαγαζιά και τις καρδιές τους· τη Χριστίνα με το πανέμορφο κατάλυμα που μας φιλοξένησε, την Έλλη με τα γευστικά πιάτα της, τον Σταύρο που μας έφτιαξε τον πιο καλό ελληνικό καφέ κάτω από τη μουριά του κάστρου με μία δόση ιστορίας, την Άννα με τα όμορφα χειροποίητα στο μαγαζί της, τη Μαρία με τη μαεστρία της στις πίτσες, και τόσους ακόμη χωρίς όνομα. Τον παππού στο καφενείο στο Νιοχώρι που μας είπε το παράπονό του για το μονοπάτι για Καστάνεα που δεν έχει καθαριστεί ακόμη, τον κύριο από τον Πύργο που μου μίλησε για τη λειψυδρία του τόπου, τη γιαγιά στην Αρεόπολη στην πλατεία, την κυρία στον Μέζαπο που με ‘πιασε από το χέρι να ανέβουμε παρέα όταν το γόνατό μου δεν μπορούσε άλλο… Φιλοξενία και ζεστασιά από τόσους ανθρώπους που μας είπαν καλημέρα, έβαλαν ένα μπολάκι δροσερό νερό στη Σάββυ ή μοιράστηκαν μαζί μας ιστορίες του τόπου…

Γι’ αυτό το Οδοιπορικό στη Μεσσηνιακή και τη Λακωνική Μάνη ακόμα και οι 20 σελίδες που γράφηκαν γι’ αυτό πιστεύω πως δεν ήταν αρκετές για να περιγράψουν όλα όσα αυτός ο τόπος έχει να προσφέρει.

Αν θέλεις να ακολουθήσεις live το ταξίδι μου στη Μάνη, μπορείς να τσεκάρεις το Instagram του ART.harbour και το highlight με τίτλο #ligimaniakomi!

Από κάθε ταξίδι θέλω να γυρίζω με πολλά βίντεο, πολλά. Κάποιες φορές νιώθω ότι φοβάμαι μήπως ξεχάσω τις όμορφες στιγμές. Φέτος, όσο ποτέ, έχοντας ένα ταξιδιωτικό κενό ενός ολόκληρου χρόνου, ένιωσα αναγκαίο να τραβήξω όσα περισσότερα βίντεο μπορούσα από αυτόν τον πολυπόθητο προορισμό. Κι αν μας δίδαξαν κάτι αυτή η χρονιά και η προηγούμενη είναι ότι τα πράγματα πολλές φορές δεν έρχονται όπως τα θέλουμε, ότι γεγονότα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε συμβαίνουν και, κυρίως, ότι κάποιες φορές το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποδεχθούμε τις νέες συνθήκες και να προχωρήσουμε.

Κάπως έτσι, την προτελευταία μέρα του ταξιδιού, και έχοντας συγκεντρώσει υπέροχες μαγνητοσκοπημένες στιγμές ωρών, έτοιμη να τις επεξεργαστώ και να τις ξαναβιώσω, δυστυχώς με πρόδωσε η κάρτα SD, και η GoPro μού ανακοίνωσε “No media”. Το προτελευταίο βράδυ του ταξιδιού κατέληξα να κλαίω στην παραλία της Στούπας έχοντας δοκιμάσει τα πάντα για ανάκτηση δεδομένων χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν, νομίζω, ένας συνδυασμός θλίψεων. Θλίψη για τα χαμένα βίντεο, θλίψη για τον αποχωρισμό της Μάνης που κοντοζύγωνε, θλίψη για την επιστροφή στην Αθήνα, θλίψη για τα νέα μέτρα που φοβάμαι ότι ίσως μας βρουν από Σεπτέμβρη…

Ο ήλιος είχε βασιλέψει στην παραλία της Στούπας και η στιγμή ήταν μοναδική. Δεν είχα τη διάθεση να την καταγράψω, αλλά μάλλον ήδη καταγραφόταν. Μου ήρθε στο μυαλό το κείμενο της Άλκης Ζέη στο βιβλίο της “Ένα παιδί από το πουθενά”. Κοντά στο τέλος της συγγραφής ένα λάθος την έκανε να χάσει μεγάλο μέρος του βιβλίου. Με πολλή προσπάθεια κατάφερε να ξαναγράψει ό,τι είχε χαθεί.

Χωρίς καμία διάθεση να ξαναγράψω το οτιδήποτε αποφάσισα να επιστρέψω στο αμάξι και πίσω στη Σάββυ. Περπατώντας, το μάτι μου πιάνει ένα πέτρινο καραβάκι με ένα κόκκινο φινιστρίνι. Χαμογέλασα. Σκέφτηκα το ART.harbour, το Λιμάνι των Τεχνών, τις Εκδόσεις ΛΙΜΑΝΙ και τις στιγμές. Ένα υπέροχο γωνιακό μαγαζάκι στο στενό που έχω παρκάρει με τίτλο “Anna’s Gift Shop” με κάνει να γυρίσω πίσω και να το αναζητήσω. Ήταν το μόνο σουβενίρ που πήρα από τη Μάνη.

* * *

Πάμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για τη Μεσσηνιακή Μάνη με κείμενο και φωτογραφίες σε ένα καλοκαίρι που περιμέναμε όλοι πολύ και μάλλον μας αντάμειψε…

Ξεκινώ από τα βασικά. Και το πιο βασικό είναι ότι αυτό το ταξίδι ήταν σκυλο-ταξίδι, αφού και η Σάββυ ήρθε παρέα! Όταν ταξιδεύεις με σκύλο -και πόσο μάλλον έναν σκύλο όχι μικρόσωμο, αλλά μεσαίου μεγέθους που χρειάζεται τον χώρο του, aka Σάββυ- η άνεση του σπιτιού είναι το πρώτο φίλτρο στην αναζήτηση. Μετά από αρκετό ψάξιμο στις διάφορες πλατφόρμες ξεπετάχτηκε μπροστά μου στην Airbnb το Sunny Day Home, στα Κάτω Ρίγκλια. Μη με ρωτάς, προς το παρόν δεν ξέρω τίποτα. Δεν ξέρω που βρίσκονται τα Ρίγκλια -για την ακρίβεια δεν ήξερα καν ότι είναι “τα” και όχι “η” Ρίγκλια. Μία γενική ιδέα του χάρτη του δεύτερου ποδιού της Πελοποννήσου είναι η μόνη μου γνώση για τη Μάνη.

Θα μας υποδεχόταν η Χριστίνα -αργότερα έμαθα ότι διέμενε στην Καλαμάτα, αλλά μεγάλωσε στα Ρίγκλια και ερχόταν συχνά στην περιοχή. Στη σκέψη της διαδρομής Καλαμάτα-Ρίγκλια συνειδητοποιώ την έννοια της απόστασης εδώ. Καμία μάλλον σημασία δεν έχει, γιατί όλοι πετιούνται από το ένα μέρος στο άλλο, από ένα χωριό στο επόμενο… Σε λίγο, την ίδια τακτική θα ακολουθούσα κι εγώ, Ρίγκλια, Στούπα, ίσως τώρα Καρδαμύλη και το απογευματάκι Οίτυλο, καλύτερα αύριο πρωί Αρεόπολη και μετά Λιμένι… Λοιπόν, ναι, η Μάνη που ζήσαμε αυτές τις λίγες μέρες διακοπών έχει αυτή τη μαγεία του να μηδενίζει τις αποστάσεις. Ίσως γιατί το τοπίο σε μαγεύει και στη διαδρομή ξεχνάς ότι μετακινήσε, ίσως γιατί σε τέτοια ομορφιά πραγματικά ο χρόνος δεν έχει σημασία.

Τα Ριγκλια θα αποτελούσαν τη βάση μας για τις επόμενες 7 μέρες…

Τα Ρίγκλια (Άνω και Κάτω), ένα μικρό χωριουδάκι στο βόρειο τμήμα μεταξύ Στούπας και Αγίου Νικολάου, μου θύμισε πολύ το ορεινό χωριό μου. Πέτρινα σπίτια -χαρακτηριστικό του τοπίου φυσικά- στενά δρομάκια και μία μεγάλη εκκλησία (του Σωτήρος) στο κέντρο. Η Χριστίνα αργότερα με ενημερώνει για τα τρικούβερτα πανηγύρια που γίνονται εκεί -προ- και μετά-COVID- και ζηλεύω, θέλω να μπω στον χορό.

Οι πρωινές μας βόλτες με τη Σάββυ ήταν ιδιαίτερα απολαυστικές. Σαν ένα καταφύγιο στο καυτό καλοκαίρι ήταν αυτό το χωριό. Παρά τις υψηλές θερμοκρασίες, βρίσκεις σκια και κάποια δροσιά στα σοκάκια. Τα άλλοτε φούξια και άλλοτε κόκκινα φύλλα βουκαμβίλιας στολίζουν κάποιους φράχτες πετρόχτιστων σπιτιών. Σαύρες ανάμεσα στις πέτρες και ναζιάρικες γάτες μάς κάνουν παρέα στη διαδρομή (η Σάββυ προσπαθεί απεγνωσμένα να πιάσει φιλίες με τις τελευταίες). 

Το εκκλησάκι των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στα Κάτω Ρίγκλια
 

Μόνιμη στάση είναι το παρεκκλήσι των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στα βόρεια του χωριού, πάνω από ένα ρέμα. Ένα παλιό μισο-γκρεμισμένο γεφύρι έχει παραδώσει τα σκήπτρα σε ένα νέο τσιμεντένιο. Καθόμαστε για λίγο στα πεζουλάκια έξω από το εκκλησάκι. Γλάστρες γύρω-γύρω και ένα παρτέρι από κάτω. Αναγνωρίζω μόνο τη γλιστρίδα -το αγαπημένο μου συστατικό για την ιδανική χωριάτικη σαλάτα.

Μπαίνοντας στο εκκλησάκι με συγκινεί η παλαιότητα των τοιχογραφιών. Αναρωτιέμαι αλήθεια πόσων χρόνων είναι… Σκέφτομαι τι τύχη θα ‘ταν να μιλούσαν για μια στιγμή οι τοίχοι, να απαντούσαν στις ερωτήσεις μου. Αγγίζοντας τις αγιογραφίες συνειδητοποιώ ότι ίσως η υγρασία είναι περισσότερο υπαίτια για την τωρινή τους κατάσταση από την πολυκαιρία. Κλείνοντας τη χαμηλή σιδερένια πόρτα νιώθω την αγάπη μου για τα ξεχωριστά οικοδομήματα κάθε θρησκεύματος να μεγαλώνει.

Παρατηρώ μία κυρία σκυμμένη μέσα στο μικρό παρτέρι. “Δικός σας είναι ο κηπάκος”, τη ρωτάω. Γυρίζει σαστισμένη και με κοιτάζει. Χαμογελάει και μου λέει “Ναι, δικός μου. Προσπαθώ να τον κρατήσω ζωντανό.” μου απαντά. Της λέω ότι τα καταφέρνει περίφημα.

Μία από τις πολλές όμορφες γωνιές αυτού του χωριού

Όταν πηγαίνεις διακοπές και νιώθεις σαν στο σπίτι σου, είναι σίγουρα επιτυχία!

Σε μικρή απόσταση από τον κεντρικό δρόμο βρίσκεται αυτό που για τις επόμενες 7 μέρες θα αποκαλούσα “σπίτι μας”. Παρκάραμε ακριβώς απ’ έξω. Μία γκρι σιδερένια πόρτα και μία μικρή αυλίτσα με μπάρμπεκιου ήταν η πρώτη εικόνα. Μπαίνοντας καταλαβαίνω ότι τα παιδιά που ανακαίνισαν το Sunny Day Home έχουν δώσει εξαιρετική προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια, και κυρίως το έχουν ντύσει με πολλή αγάπη. Το πρώτο πράγμα που παρατηρώ στο σπίτι είναι ένα παλιό πατζούρι φτιαγμένο ως… κρεμάστρα! Ω, ναι! Από ‘κει κιόλας καταλβαίνω ότι πρέπει να δώσω βάση στη διακόσμηση! Και πράγματι, τραβούν την προσοχή μου κάθε λογής δημιουργικά πράγματα. Σπιτάκια ξύλινα χειροποιήτα και ζωγραφισμένα διακοσμούν τα ράφια, ένας πανέμορφος σκαλιστός δίσκος στο τραπέζι, και φυσικά οι πανέμορφες κούκλες -ένα ζευγάρι Μανιάτες με χωριάτικες φορεσιές- που κοσμούν την τουαλέτα της κρεβατοκάμαρας -ένα έπιπλο, που (ναι, και όμως!) κι αυτό έχει φτιαχτεί από παλιά πράγματα. Το πρώτο πράγμα που κάνω όταν ξανά συναντώ τη Χριστίνα είναι να τη ρωτήσω για όλες αυτές τις δημιουργίες. Μου λέει ότι είναι φτιαγμένα δια χειρός Σταυρούλας, της γυναίκας του αδερφού της από μεράκι… και μπόλικο ταλέντο, συμπληρώνω εγώ!

Ένας πολύ φωτεινός χώρος που φιλοξενεί την κουζίνα (σε ένα ζεστό λαδί-πράσινο) με τραπεζαρία και σαλόνι (με έναν καναπέ που γίνεται διπλό κρεβάτι και μία μεγάλη τηλεόραση), μέσα η κρεβατοκάμαρα με μία ευρύχωρη ντουλάπα και ένα έξτρα αναπαυτικό ψηλό στρώμα, και φυσικά το μπάνιο με το αγαπημένο μου πλακάκι (check out photos) και μία φοβερή ντουζιέρα. Το σπίτι διαθέτει κυριολεκτικά ό,τι θα χρειαστείς κατά τη διαμονή σου, από πλυντήριο και απορρυπαντικό μέχρι αντικουνουπικό (στη Μάνη θα το χρειαστείς, αλήθεια), μαγειρικά σκεύη, τάβλι και παιχνίδια.

Στο σαλόνι μάς περίμενε μία έκπληξη -ή μάλλον διάφορες μικρές εκπλήξεις- καθώς η Χριστίνα είχε φροντίσει να προμηθευτεί ένα κρεβατάκι για τη Σάββυ (if it fits it sits, και πραγματικά τα κατάφερε και χώρεσε το παιδάκι μου!), λιχουδιές, μπολάκια για φαγητό και νερό, μέχρι και πάνες! Την ενημέρωσα φυσικά ότι η Κοντέσσα δε δέχεται τίποτα λιγότερο από μισάωρες βόλτες για την ανάγκη της, ενώ είχαμε ήδη και τα δικά μας μπολάκια για φαγητό, όπως σε κάθε ταξίδι. Α! Και φυσικά κατάλαβες, είναι Pet-friendly το κατάλυμα. 😉

Ένα γωνιακό μπαλκόνι που βλέπει στον πίσω δρόμο, με θέα από τη μία την οροσειρά του Ταϋγέτου και από την άλλη τον Μεσσηνιακό Κόλπο, έδωσε χρώμα στα πρωινά μας, αλλά και σε κάποια απογεύματα που επιζητούσαμε απλώς ησυχία και μπαλκονάδα με μπύρες. Τα τζιτζίκια και ο άνεμος θα είναι οι μόνοι ήχοι που θα ακούς (τουλάχιστον αν έρθεις καλοκαίρι). Το μέρος είναι ήσυχο, πεντακάθαρο και γενικά… διακοπές. Κάποια βράδια, αν πιάνει καιρός, μέσα στην ησυχία ακούς τα κύματα να χτυπούν τα βράχια της ακτής.

Από τη δεύτερη κιόλας μέρα είχα αρχίσει να αποκτώ μία γενική αίσθηση της Μεσσηνιακής Μάνης (γεωγραφικά μιλώντας) και κυρίως τα σημεία ενδιαφέροντος που έπρεπε σίγουρα να επισκεφθώ.

* * 

Θάλαττα, θάλαττα!

Καλοκαίρι με 36+ βαθμούς, ελάχιστο αέρα και η θάλασσα φυσικά παίζει πρωταρχικό ρόλο στις επιλογές μου. Σε αυτό το άρθρο ΠΡΟΦΑΝΩΣ και θα σας μιλήσω για παραλίες. Όχι απαραίτητα με τη γνωστή “τοπ-τάδε” λίστα που ίσως περιμένετε.

Όπως κάθε φορά που ταξιδεύουμε σε ένα νέο (άγνωστο για μένα) μέρος με τη Σάββυ, πρώτα επιλέγω να σκανάρω τις διαθέσιμες παραλίες και μετά αποφασίζω αν θα τις επισκεφθώ ή όχι παρέα με τη Σάββυ. Ενώ ενθαρρύνω πάντα να παίρνετε μαζί τα ζωάκια σας στην παραλία, κάποιες φορές το μπάνιο καταλήγει περισσότερο ταλαιπωρία για ‘κείνα παρά ευχαρίστηση. Για παράδειγμα αποτρεπτικοί παράγοντες είναι η έλλειψη σκιάς, η πολυκοσμία, το ανισόπεδο απότομο έδαφος, και φυσικά οι έντονοι άνεμοι και άρα τα κύματα.

Πρωινό μπάνιο με τη Σάββυ στην πεντακάθαρη παραλία του Πανταζή

Αυτό που για μένα και τη Σάββυ έχει αποδειχθεί εξαιρετικά βολικό είναι να κάνουμε μαζί το πρώτο πρωινό μπάνιο. Εδώ, επιλέξαμε την παραλία του Πανταζή (ή Μάλσοβας) σε μικρή απόσταση από το (αγαπημένο) χωριό Άγιος Νικόλαος. Μισή οργανωμένη μισή ελεύθερη, την επισκεπτόμασταν καθημερινά τα πρωινά από τις 7.30 μέχρι τις 9.00 περίπου που άρχιζε να μαζεύεται κόσμος και ήταν πραγματικά απολαυστική! Στην παραλία εναλλάσσονται το βότσαλο με την λεπτή αμμουδιά, το πρωί έχει ελάχιστο κόσμο (2-3 άτομα), μεγάλη άπλα για παιχνίδι και ωραία νερά για κολύμπι. Η θάλασσα συνήθως είχε λίγο κυματάκι, αλλά αυτό δε μας πτοεί, ιδιαίτερα μετά την απόκτηση του πρώτου σωσιβίου της Σάββυς!

Βοηθητική μπάρα για ΑμΕΑ στην Παραλία Πανταζή

Ένα από τα πράγματα που με χαροποίησαν πολύ σε αυτό το ταξίδι είναι οι ράμπες για ΑμΕΑ που βρήκα σε δύο παραλίες στη Μεσσηνιακή Μάνη, η μια είναι αυτή εδώ, η Παραλία Πανταζή (η άλλη είναι η Παραλία της Στούπας). Και στις δύο περιπτώσεις έχουν τοποθετηθεί ειδικές βοηθητικές υποδομές για την αυτόνομη και ασφαλή πρόσβαση των ατόμων με κινητικές δυσκολίες στην παραλία και στη θάλασσα. Τι όμορφο να δίνεται επιτέλους η ευκαιρία στους ανθρώπους με αναπηρία να απολαμβάνουν τη θάλασσα!

Να σας πληροφορήσω εξ’ αρχής ότι σε αυτό εδώ το άρθρο δε θα διαβάσετε για όλα όσα μπορείτε να κάνετε και να δείτε στη Μάνη, αλλά όλα εκείνα που συγκίνησαν εμένα και έκαναν αυτό το ταξίδι μοναδικό, του χάρισαν πραγματικά το άρωμα της Μεσσηνιακής Μάνης!

 

Αν είχα μια σκηνή θα την έστηνα στη Γνώσπη, και θα περνούσα όσο περισσότερο χρόνο μπορούσα με ένα βιβλίο σε αυτό εδώ το σημείο

Συνεχίζοντας στο φλέγον ζήτημα, παραλίες, νομίζω πώς πολύ άργησα να σας μιλήσω για το πιο αγαπημένο μου σημείο σε αυτήν εδώ την περιοχή, τη Γνώσπη. Έχω αυτήν την τάση, ξέρετε, να καλημερίζω στα ταξίδια, να πιάνω κουβέντα με τους ντόπιους. Ναι, κάποιοι ίσως να μην έχουν και πολλή διάθεση, κάποιοι όμως είναι πραγματικοί σωτήρες! Κάπως έτσι έμαθα για τη Γνώσπη… Όταν ο κύριος στο σουπερμάρκετ με άκουσε να μιλώ στο τηλέφωνο για μία άλλη παραλία και όταν έκλεισα το τηλέφωνο μού είπε με πολύ μυστηριακό ύφος “αναζήτησε τη Γνώσπη”, μου έκλεισε το μάτι και έφυγε. Say no more, mister! 

Ήξερα ότι βρίσκεται κάπου στο χωριό Άγιος Νικόλαος, αλλά… το GPS μου δε συνεργαζόταν. Ευτυχώς στον δρόμο ήρθε ο κύριος Γ. (ας τον πούμε Γ. εκ του Γνώσπη, διότι δεν έμαθα ποτέ το όνομά του, αλλά έμαθα ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα ορφανοτροφείο στα Γιάννενα, καθώς ορφάνεψε από μωρό λόγω του πολέμου, πλέον έχει δέκα ενοικιαζόμενα δωμάτια στη Μάνη και ζει ακόμη ερωτευμένος με τη γυναίκα του), ο οποίος γνώριζε καλά τι εστί Γνώσπη και μας οδήγησε ως εκεί ο ίδιος. Μεταξύ άλλων, μου είπε ότι το πρώτο όνομα του χωριού του Αγίου Νικολάου μού είπε πως ήταν Σελινίτσα, δηλαδή μικρή Σελήνη ή μικρή Ελένη.

Μέσα από τα σοκάκια φτάνουμε σε έναν γκρεμό. Το μόνο που μπορώ να δω είναι μία πέτρινη σκάλα, ένα -μάλλον- ρέμα που δεν είχε πια νερό παρά μόνο χόρτα, βράχια και απέραντο γαλάζιο. Κατεβαίνονται, η Γνώσπη αποκαλύπτεται κομμάτι-κομμάτι. Το κινητό μου χτυπά και βλέπω ένα μήνυμα της Χριστίνας, “εκεί δίπλα στο εκκλησάκι που θα δεις έχει μια μικρή σπηλιά”, μου γράφει, “από ‘κει έβγαζαν πηλό”. Κατεβαίνω και βλέπω 2-3 λουόμενους να κάθονται κάτω από έναν βράχο. Δροσιά, λιγότερο φως, και αριστερά μου ένα τόσο δα εκκλησάκι, του Αγίου Θωμά. Βλέπω το κιτρινωπό χρώμα του βράχου και τον αγγίζω. Το χώμα τρίβεται. Κατεβαίνω για λίγο μέσα στη σπηλιά που έχει υγρασία και ένα ιδιαίτερο άρωμα. Σκέφτομαι όλα τα κεραμικά που έχουν ξεκινήσει ως πρώτη ύλη από ‘κει, αναρωτιέμαι αν θα δημιουργηθούν και νέα. Έχω ξεχάσει εντελώς τον λόγο που ήρθα…

Hit play on your imagination

Ανεβαίνοντας κοιτάζω ευθεία μπροστά και βλέπω ένα από τα ομορφότερα σημεία δίπλα στη θάλασσα που έχω δει στη ζωή μου. Ένας τόσο στενός χώρος… Δύο σκάλες που βουτούν στα σκούρα τιρκουάζ νερά, ένας βράχος ακριβώς στη μέση, αριστερά βράχια και μία μικρή σχηματισμένη λιμνούλα, και μία σπηλιά που αντηχεί τους παλμούς της θάλασσας. Παράτησα σα μαγεμένη την τσάντα με τις πετσέτες στο έδαφος και περπάτησα προς τη σπηλιά. Πλησίασα όσο πιο κοντά μπορούσα χωρίς να κινδυνέψω να γλιστρήσω στα βρία. Είναι απίστευτο, εδώ η θάλασσα τραγουδάει! Αν μείνεις λίγο εκεί στη σπηλιά σιωπηλός, θα ακούσεις το τραγούδι της θάλασσας και των βράχων.

Μετά, βουτιές, κολύμπι, μάσκες, αναπνευστήρες, γέλια, κουβέντες με τους ντόπιους και, επιτέλους, μαθαίνω από τον κο Τάκη για την ονομασία του σημείου. Ένα ξεχωριστό και αγαπημένο μέρος για ‘κείνον, αφού όπως μου είπε ήταν μόνιμος επισκέπτης τα τελευταία 35 χρόνια. Όταν ήταν νέος με την παρέα του, είπε, βουτούσαν όχι από τον “μικρό” κεντρικό βράχο, αλλά από τα μεγάλα βράχια δεξιά της προβλήτας. “Ήμασταν τολμηροί”, μου λέει. “Αλλά όπου και να πήγα σαν τη Γνώσπη δε βρήκα πουθενά”, συνεχίζει. Τα πεζούλια και η δεύτερη σκάλα, μού είπε, μπήκαν τα τελευταία χρόνια. Παλιά υπήρχε μόνο μία σκάλα και βράχια παντού. Οι ντόπιοι λάτρευαν το σημείο από πάντα και κάπως στην ντοπιολαλιά η Γνώση αυτού του κρυφού μέρους μεταφέρθηκε ως Γνώσπη. Και έμεινε έτσι. Τον πιστεύω, ενώ έχει ήδη ξεκινήσει να μας μιλά για τα μαγνητικά πεδία στη Μάνη. (Μα τι λέει τώρα, σκέφτομαι, μαγνητικά πεδία που κάνουν τα αμάξια να επιβραδύνουν στην κατηφόρα και μάλιστα να πηγαίνουν σε νεκρά με την όπισθεν; Για μισό λεπτό… το δοκίμασα αυτό! Αλήθεια είναι! Check Υ.Γ4)

Στην επόμενη επίσκεψή μας στη Γνώσπη, η κα Ελένη μάς ενημερώνει πως αυτή ήταν μία παραλία αρρένων -οι παραλίες, όταν ήταν νέα, χωρίζονταν σε αρρένων και θηλέων, μου λέει, δεν μπορούσαν τα κορίτσια να πάνε οπουδήποτε, αλλά ούτε τα αγόρια. Συγκινημένη μοιράζεται μαζί μας τη χαρά που ένιωσε όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά το σημείο και την από-τότε αφοσίωσή της στη Γνώσπη· από όταν άρχισε να επισκέπτεται ελεύθερα το όμορφο αυτό σημείο, δε σταμάτησε ποτέ να κολυμπά εδώ.

Θα απολαύσεις ένα ξέγνοιαστο πρωινό μπάνιο εδώ. Μην ξεχάσεις μάσκα και αναπνευστήρα, ο βυθός είναι πλούσιος, κολυμπάς με δεκάδες ψάρια γύρω σου. Ένα κοπάδι ζαργάνες έκανε κύκλους από κάτω μας. Εγώ το χάζευα με τις ώρες. Απέφυγε απογευματινές ώρες, ξεκινάνε τα γούφερ και η δυνατή μουσική των ντόπιων νεολαίων (ουπς, μεγάλωσα!) και η απόλαυση είναι αισθητά μειωμένη.

Ο Μέζαπος και οι άγριες παραλίες του, μικρά διαμάντια της Μάνης

Τρίτη μέρα και ο Σ. έχει βρει μία (φωτογραφικά τουλάχιστον) εξαιρετική παραλία που θέλει να επισκεφθούμε νότια της Αρεόπολης, στον κόλπο της χερσονήσου Τηγάνι. Αν και όλοι ενθουσιασμένοι, ο αέρας μάς δημιουργεί μία μικρή ανασφάλεια για το τι θα αντιμετωπίσουμε… Περίπου μία ώρα από τα Ρίγκλια, αρκετές στροφές και πολλά πανέμορφα χωριά αργότερα, φτάνουμε σε ένα ακόμη χωριό -μικρός οικισμός μάλλον- με περίεργο όνομα· Μέζαπος γράφει η πινακίδα. Διαβάζω ότι το ιδιαίτερο αυτό όνομα έχει ετυμολογική προέλευση από τις λέξεις «άπα» (ινδοευρωπαϊκής προέλευσης που σημαίνει νερό) και το επίθετο «μέσσος» της αιολικής διαλέκτου.

Τα βράχια σχηματίζουν σπηλιές και μοναδικές παραλίες, αυτό το γνωρίζαμε ήδη. Η παραλία που αναζητούσαμε εμείς λεγόταν Χαλικιά ή Μέζαπος. Προχωρώντας στον οικισμό υπάρχουν δύο ταμπέλες, μία που οδηγεί στον Κάτω και μία στον Πάνω Μέζαπο. Εμάς ο στόχος ήταν ο Πάνω Μέζαπος. Σύντομα συνειδητοποιήσαμε ότι όπου και να παρκάρεις θα χρειαστεί να περπατήσεις σε στεριά και λίγο σε θάλασσα για να φτάσεις στον προορισμό σου. Σε κάθε περίπτωση, το τοπίο είναι πραγματικά μαγικό και σε αποζημιώνει. 

Ένα βουνό κομμένο στη μέση, απόκρημνα βράχια, χοντρά βότσαλα, και μία μυστηριώδης σπηλιά που δυστυχώς δεν καταφέραμε να πλησιάσουμε (not even close δηλαδή) λόγω των κυμάτων. Η παραλία που αναζήτούσαμε βρέθηκε, και ήταν πράγματι μία αποτύπωση της άγριας ομορφιάς του Μανιάτικου τοπίου. Κολυμπώντας ανάμεσα στα κύματα με θέα το κάστρο στη χερσόνησο Τηγάνι, συλλογίζομαι πώς πίσω στα χρόνια των πειρατών, στην περιοχή ήταν το ορμητήριο του Νικολού Σάσσαρη ή Κάτζου, πειρατή με το παρατσούκλι Μονόφθαλμος -τον είχε τυφλώσει ένας Τούρκος πειρατής με το ξίφος του. Φαντάσου να κολυμπάς σε λημέρια πειρατών, φαντάσου να έβρισκες τον ξακουστό θησαυρό που ο μύθος λέει ότι ο Σάσσαρης έκρυψε κάπου μέσα στη μεγάλη σπηλιά του Μέζαπου!

Ένα ηλιοβασίλεμα σε ήρεμα νερά

Ένα από τα αγαπημένα μου “τεστ” διακοπών είναι το μπάνιο κατά τη δύση του ηλίου. Ποια παραλία θα ήταν ιδανική γι’ αυτό άραγε στη Μάνη; Κατά πάσα πιθανότητα αν βρισκόμουν στην Αθήνα θα απαντούσα χωρίς καθόλου σκέψη: ΚΑΘΕ παραλία! Όμως, περνώντας τις τελευταίες μέρες στη Μάνη είχα την πολυτέλεια να μπορώ να διαλέξω την πιο ταιριαστή…

Ένα αξέχαστο ηλιοβασίλεμα στα Δελφίνια

Αποκλείστηκαν διάφορες λόγω πολυκοσμίας, φασαρίας, όχι-τόσο-απολαυστικού-ηλιοβασιλέματος… Τα Δελφίνια είναι σίγουρα η πρώτη δυνατή υποψηφιότητα. Το πράσινο ενώνεται με το μπλε της θάλασσας σε έναν κολπίσκο με την αγαπημένη μου άμμο με χοντρά πετραδάκια. Θάλασσα που βαθαίνει γρήγορα, βράχια και πρασινάδα παντρεύονται δημιουργώντας μία ακόμη μοναδική Μανιάτικο εικόνα.

Σιγά-σιγά οι ομπρέλες μαζεύονται, ο κόσμος φεύγει, η παραλία αδειάζει. Η θάλασσα έχει μόνο ελαφρείς κυματισμούς, ιώδιο, αλάτι, τα ψάρια της… οι φιγούρες έχουν εξαφανιστεί. Οι λιγοστοί που έχουμε μείνει στην παραλία περιμένουμε καρτερικά να ρουφήξουμε την ομορφιά του ηλιοβασιλέματος. Μια ομορφιά που ποτέ καμία φωτογραφία, κανένας πίνακας δε θα μπορέσει να αποτυπώσει επακριβώς.

Ο ήλιος, με αυτό το ξεχωριστό ροζ-πορτοκαλί χρώμα, χάνεται πίσω από τα μακρινά σύννεφα και η θάλασσα παίρνει το σκοτεινό μπλε που, αλήθεια, πιστεύω ότι είναι το “φυσικό” της.

Στα Δελφίνια υπάρχει μία καντίνα για καφέ, σνακ, σάντουιτς. Να σε προειδοποιήσω ότι η κατάβαση περιλαμβάνει μία έντονης κλίσης κατηφόρα και αρκετά σκαλάκια (καταλαβαίνεις τι συμβαίνει στην ανάβαση…). Α! Κάτι τελευταίο, έχει αρκετές σφήκες που περιμένουν να πέσει εντελώς ο ήλιος για να μαζευτούν σπίτια τους.

Θα πρότεινα αθλητικά παπούτσια για τα σκαλοπάτια (είναι στενά και κοντά) και την ανάβαση

Όταν ο θόρυβος της Στούπας ησυχάζει…

Δε σας έχω μιλήσει ακόμη για μία από τις πιο κεντρικές παραλίες, αυτή της Στούπας. Ο λόγος είναι ότι λόγω -κυρίως- πολυκοσμίας δεν είναι από τις αγαπημένες μου. Όμως, η μέρα που έχασα όλες μου τις ψηφιακές αναμνήσεις ήταν και η μέρα που ήθελα απεγνωσμένα να κάνω ένα απογευματινο-βραδινό μπάνιο. Όπως έχω πει και παλιότερα, για βραδινό μπάνιο πηγαίνω μόνο σε μέρη που γνωρίζετε καλά ή σε εύκολα μέρη. Η παραλία της Στούπας, λοιπόν, είναι αναμφίβολα το δεύτερο. Αμμουδιά, ήρεμη θάλασσα -ένας κολπίσκος- χωρίς βράχια, ρεύματα ή άλλες επικίνδυνες αποστολές.

Ο ήλιος έχει βασιλέψει και η παραλία -αγνώριστη πια- έχει ησυχάσει. Λίγα άτομα έχουν μείνει να χαζεύουν τα υπέροχα χρώματα. Η θάλασσα σε απόλυτη ηρεμία. Σκέφτομαι ότι αλήθεια, είναι μεγάλη τύχη να έχεις τη θάλασσα στο πλάι σου. 

Ενώ τα φώτα του δρόμου έχουν ανάψει και φωτίζουν την αμμουδιά στα πόδια μας, οι πρώτοι περίπατοι στον κεντρικό δρόμο, που πεζοδρομείται κάθε βράδυ 20.00-01.00, έχουν ξεκινήσει. Ο καφές γίνεται μπίρα και αυτό το απόγευμα βράδυ. Η θάλασσα μαυρίζει και το μπάνιο είναι πιο απολαυστικό από ποτέ κάτω από το έντονο φεγγάρι. 

Μια πετσέτα είναι αρκετή…

#ligimaniakomi

Το τελευταίο μπάνιο στη Μάνη σε ένα από τα ομορφότερα σκηνικά

Αναρωτιόμασταν που άξιζε πραγματικά να κάνουμε το τελευταίο μας μπάνιο στη Μάνη. Αμέσως μού ήρθε στον νου η ξακουστή βραχώδης παραλία, ο Φονέας. Είχαμε ήδη περάσει από ‘κει αναζητώντας το Σπήλαιο Βατσινίδη, όμως η πολυκοσμία του Σαββάτου μας απέτρεψε. Και σίγουρα, η επιλογή ενός ήσυχου πρωινού Τετάρτης για τον Φονέα ήταν μία από τις καλύτερες επιλογές αυτού του ταξιδιού.

Η ώρα δεν είναι ούτε 10.00 κι όμως, στο πλάτωμα πάνω από τον Φονέα υπάρχουν ήδη αρκετά αυτοκίνητα. Κατεβαίνωντας τον χωματόδρομο παρατηρώ ότι ακόμη περισσότερα βρίσκονται στον χώρο παρκινκ που βρίσκεται στο τέλος του δρόμου. Αρκετά δέντρα και ένα μικρό άνοιγμα που μαρτυρά ότι η θάλασσα είναι ο προορισμός. Μία καντίνα-καφέ είναι αριστερά πάνω από την παραλία. Περπατώ το ξύλινο δρομάκι-πλατφόρμα που έχει τοποθετηθεί για προστασία από το χοντρό βότσαλο και αντικρίζω ένα υπέροχο σκηνικό. Τα βράχια αχόρταγα βουτούν μες το νερό! Η ομορφιά αυτού του τόπου είναι απαράμιλλη, σκέφτομαι. Και να φανταστείς ότι όταν έκλεισε το ταξίδι για Μάνη δεν είχα καν στον νου ότι θα αποκαλυφθούν μπροστά μου τέτοιες παραλίες. 

Τα χρώματα στα νερά εναλλάσσονται, πράσινα, τιρκουάζ, σκούρο μπλε πιο βαθιά… Η θάλασσα ήταν απόλυτα ήρεμη. Είχαμε φτάσει την κατάλληλη ώρα (πράγματι, μετά το μεσημέρι συνήθως πιάνει καιρός). Μάσκα, αναπνευστήρα και βουτιές! Πολλές βουτιές και σκαρφαλώματα στα βράχια, εξερεύνηση… Τι ψάρι είναι αυτό; Αχ, κοίτα τα καβούρια! Θεε μου, αυτό είναι σμέρνα; Όχι, ρε, πλοκάμι από χταπόδι είναι! Η θάλασσα έχει αυτό το μαγικό να σε κάνει να νιώθεις και πάλι παιδί, να σε κάνει να χαίρεσαι όπως όταν ήσουν παιδί. Η θάλασσα παίρνει όλες τις έννοιες μάλλον, έτσι δε λένε; Μάλλον έτσι εξηγείται το πόσο κοντά στις παιδικές μνήμες είναι το παιχνίδι στο νερό. Ίσως πάλι αφού γεννιόμαστε, διαμορφωνόμαστε ως έμβρυα μέσα στο υγρό στοιχείο αυτό να είναι το πιο πρωτόγονα οικείο μας περιβάλλον. Είμαστε μοιραία δεμένοι με τη θάλασσα, σκέφτομαι.

Το νερό είναι δροσερό, ο ήλιος καίει και τα βότσαλα τσουρουφλίζουν. Κόσμος ανεβοκατεβαίνει στα βράχια, άλλοι αραχτοί σε καρεκλάκια στον ίσκιο μιας σπηλιάς βγάζουν φωτογραφίες, απολαμβάνουν το τοπίο, τη συντροφιά τους… Ο Φονέας ήταν ένα από τα πιο γλυκά μπάνια μας. Τι ειρωνεία, σκέφτομαι, με τέτοιο όνομα.

* * 

η γεύση της Μάνης

Ξέρω, ξέρω, το επόμενο φλέγον ζήτημα είναι το φαγητό. Από τη μία θα σας απογοητεύσω γιατί αυτό το καλοκαίρι με μία φοβερή κουζίνα στο σπίτι που μέναμε (Sunny Day Home, διάβασε περισσότερα εδώ), το Katerina’s Market σε απόσταση 5 λεπτών -μία υπεραγορά όπου μπορείς να προμηθευτείς κυριολεκτικά τα πάντα (μέχρι φρεσκοκομμένα αλλαντικά) σε νορμάλ τιμές για επαρχία- και υπέροχα ντόπια προϊόντα, η μαγειρική είχε την τιμητική της. Οπότε μπορώ να σας μιλήσω για τα λίγα και καλά μαγαζιά που εγώ λάτρεψα και νομίζω αξίζει να επισκεφθείτε κι εσείς στη Μάνη…

Για φαγητό με αγάπη και έναν ενθουσιασμένο ουρανίσκο, στην κουζίνα της Έλλης στο γραφικό λιμανάκι του Αγίου Νικολάου

Μία ιδιαίτερη σχέση δημιουργήθηκε ανάμεσα στο ART.harbour και την Ταβέρνα της Έλλης ή όπως είναι γνωστή Elli’s Tavern στο λιμανάκι του Αγίου Νικολάου. Ένα υπέροχο ταβερνάκι, με εξαιρετική αισθητική και κυρίως πεντανόστιμα πιάτα. Οι δύο αγαπημένες μου σαλάτες, του Ηλιομαζώματος και η Σαλάτα της Ελλης ήταν μόνιμα στο τραπέζι μας, ενώ τα παραδοσιακά Μπουρεκάκια Μάνης με ανθότυρο και άνηθο και με μπέικον τυρί και πιπεριά, είναι το τέλειο ορεκτικό. Υπέροχη γουρουνοπούλα που μοσχοβολάει και λιώνει στο στόμα, μία ιδιαίτερη αγάπη στη φρέσκια τηγανητή πατάτα γίγας, αλλά και το vegetarian μπιφτέκι με βρώμη. Μπορείς είτε να καθίσεις στον εξωτερικό χώρο του εστιατορίου -τα τραπεζάκια στον δρόμο απέναντι, μπροστά ακριβώς στο λιμάνι ήταν η δική μου αγαπημένη θέση- είτε να πάρεις φαγητό take-away.

Αυτή τη πετσούλα στο ψητό γουρουνόπουλο…

Η πρώτη μου γνωριμία με την Έλλη έγινε κάπως έτσι, με το πρώτο μήνυμα “Καλή Όρεξη” και τις καρδούλες στα πακέτα φαγητού. 

Το φαγητό ήταν ΥΠΕΡΟΧΟ. Αποφάσισα αμέσως να της στείλω μήνυμα στη σελίδα της στο facebook… “Περάστε οπωσδήποτε από εδώ, θέλω να δοκιμάσεις την γουρουνοπούλα και τη σαλάτα Ηλιομαζώματος με πορτοκάλι”. Με πορτοκάλι; Που το ήξερε; Η αδυναμία μου είναι τα φρούτα στις σαλάτες! Και πράγματι, την επόμενη μέρα πήγαμε εκεί. Η Έλλη είναι παντού! Παίρνει παραγγελίες, είναι στην κουζίνα, γράφει σημειώματα στα πακέτα, χαιρετά προσωπικά τους πελάτες της. “Δεν το χω με τη διαφήμιση” μου λέει με ένα λαμπρό ζεστό χαμόγελο. “Μα δε χρειάζεται”, της εξηγώ, “τα φαγητά σου ΕΙΝΑΙ η διαφημιση!” Γελάει και κάθεται μαζί μας. Θέλει να μας κεράσει παγωτό -ενώ έχουμε ήδη σκάσει, και τα υπέροχα άδεια πιάτα στο τραπέζι είναι η απόδειξη. 

Το δεύτερο σημείωμά της στο πακέτο μου με συγκίνησε. “Γράφεις εσύ για τις στιγμές”, μου είπε δίνοντάς μου τη σακούλα με τα φαγητά, “ε γράφω κι εγώ!”. Είχε ήδη δει το βιβλίο μου στο ART.harbour και με τον δικό της δημιουργικό τρόπο είχε εκφράσει την αγάπη της. Σκέφτομαι ότι η τέχνη έχει πολλές μορφές. Η μαγειρική είναι σίγουρα μία από αυτές. Ό,τι γίνεται με αγάπη είναι τέχνη…

 

 

Αυτή η αστακομακαρονάδα, ο γαύρος και οι βραστές γαρίδες με λαδολέμονο στο Λιμάνι…

Κακά τα ψέματα, στις διακοπές μετά την άσκηση -κολύμπι θες; σκαρφάλωμα και πεζοπορίες θες; οτιδήποτε!- θέλεις το φαγητό να φτάσει στο στομάχι σου το συντομότερο δυνατό. 

Το νέο αγαπημένο μας γραφικό χωριουδάκι, ο Άγιος Νικόλαος, έκρυβε ένα ακόμη σημείο γαστρονομικού ενδιαφέροντος, το Λιμάνι. Μία ψαροταβέρνα ακριβώς μπροστά στο λιμάνι. Όλα τα θαλασσινά είναι φρέσκα της ντόπιας αλιείας. Ξεχώρισα τον γαύρο μαρινάτο και τις βραστές γαρίδες με λαδολέμονο (ναι, ναι, βραστές -κρατούν τη γεύση και είναι πεντανόστιμες!). Κατά τη δεύτερη επίσκεψή μας ΕΠΡΕΠΕ να δοκιμάσω τη διάσημη αστακομακαρονάδα. “Με αστακό ή κωλοχτύπα;”, με ρώτησε ο σερβιτόρος. Μα τι μου λεει τώρα, εγώ δεν ξέρω καν τι εστί κωλοχτύπα! Είπα με αστακό και έμεινα απόλυτα ικανοποιημένη με την επιλογή μου. 

Η μακαρονάδα έρχεται με το κιλό και με μία πεντανόστιμη σάλτσα που κολασμένα σε κάνει να θες να γλείψεις και το πιάτο…

Η θέα στο λιμανάκι του Αγίου Νικολάου είναι τόσο απολαυστική όσο και οι γεύσεις στο τραπέζι μας

Φυσικά, ως λάτρης του ούζου, θα σου προτείνω να παραγγείλεις και ένα μπουκαλάκι Ούζο Κωστέα. Όπως μάς ενημερώνει ο σερβιτόρος, το συγκεκριμένο ούζο δεν έχει πολύ γλυκάνισο και είναι πιο ελαφρύ στη γεύση (το άρωμα είναι μεθυστικό, κάθε φορά η ίδια αίσθηση… καλοκαίρι…), είναι καλαματιανής παραγωγής και διανέμεται μόνο στη γύρω περιοχή -ευτυχώς για μας, το κοντινό σούπερ μάρκετ είχε και πήραμε ένα μπουκάλι για το άστυ.

“Από που είστε;”, με ρωτάει ο ιδιοκτήτης του Λιμανιού. “Από Πειραιά”, απαντώ αυθόρμητα. Συνειδητοποιώ για μία ακόμη φορά ότι ακόμη κι αν έχω φύγει χρόνια τώρα από το λιμάνι, οι ρίζες μου πάντα θα λαχταρούν να το ανακαλούν ως πατρίδα. Ενθουσιάζεται. Μου λέει ότι ήταν καπετάνιος και γύριζε συνέχεια στο λιμάνι του Πειραιά. Χατζηκυριάκειο, Νοταρά, Μεραρχίας, Νίκαια… “Τώρα πια γυρίσαμε στον τόπο μας,” μου λέει με χαμόγελο, “στα χωριά μας.” Να γυρίσουμε στα χωριά μας, σκέφτομαι. Τι ωραία σκέψη. Μήπως μεγαλώνοντας δεν το σκεφτόμαστε όλοι που και που; Στα χωριά μας ή στα χωριά που θέλουμε να μας υιοθετήσουν.

Στα ορεινά χωριά θα βρεις τα καλύτερα ταβερνάκια…

Πράγματι. Αυτός ίσως είναι ένας από τους βασικούς κανόνες της ταξιδιωτικής γαστρονομίας (ποιας; υπάρχει τέτοιο πράγμα; ούτε ξέρω!). Όπως θα διαβάσεις και παρακάτω, κάναμε ένα τουρ σε όσα περισσότερα μικρά χωριουδάκια μπορούσαμε. Όμως εδώ θα αναφέρω δύο βασικά σημεία απόλαυσης: την ταβέρνα Αράχωβα στο Καρυοβούνι και την ταβέρνα Ο Στάθης (Μπαρμπαλιάς) στην Πηγή.

Το Καρυοβούνι είναι ένα τόσο δα χωριουδάκι πάνω από τη Στούπα (περίπου). Περνώντας το Νιοχώρι, μετά από αρκετές στροφές και στενά περάσματα, φτάνεις στο Καρυοβούνι. Η θερμοκρασία έχει ήδη κατέβει αρκετούς βαθμούς, ενώ σύννεφα έχουν κυκλώσει την πλαγιά με τα πανέμορφα δέντρα.

Ακριβώς στη μέση μία εκκλησία και δεξιά της η ταβέρνα Αράχωβα και ένας πλάτανος πάνω από 100 χρονών. Η μαρμάρινη ταμπέλα μάς ενημερώνει ότι ο πλάτανος αυτός εφυτεύθη το 1918. Για φαντάσου! Θυμάμαι τον παππού μου που είχε γεννηθεί κάπου εκεί το ‘18 όπως μου είχε πει όταν τον είχα ρωτήσει αν η ταυτότητά του λέει την αλήθεια. 

Ένα ρέμα χωρίς νερό μού θυμίζει τις δυσκολίες της περιοχής στον τομέα. Σκέφτομαι το πανό που έχει σηκώσει το προηγούμενο χωριό, ο Πύργος, στην είσοδο και έξοδο του οικισμού, “Ο ΠΥΡΓΟΣ ΔΙΨΑ”, και ανατριχιάζω… Κάθε σπίτι και μια μαύρη δεξαμενή νερού, θυμάμαι. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο ρέμα. Η γλυκιά σερβιτόρα -πάντα πρόθυμη να μας βοηθήσε-ι απαντάει εκτός των άλλων και στην ερώτησή μου “Κατεβάζει ποτέ νερό εδώ;”. “Μπα,” μου απαντάει, “μόνο αν βρέξει πάρα πολύ”. 

Τα φαγητά μας έρχονται γρήγορα και είναι όλα πεντανόστιμα. Δίνω βάση στις ελαφρώς αλμυρές ελίτσες της χωριάτικης που είναι σε νερό, όπως μου είπε η κοπέλα. Τα κρέατα είναι καλοψημένα, όλα τα ορεκτικά νόστιμα, και οι τιμές πολύ καλές. Σιγά-σιγά κόσμος αρχίζει και μαζεύεται, όπως και τα σύννεφα που φέρνουν τις πρώτες ψιχάλες.

Σφέλα ΠΟΠ Μάνης, ημίσκληρο λευκό σκληρό τυρί άλμης, με πολλές μικρές τρύπες στη μάζα του, πικάντικο, αλμυρό, ελαφρώς ξινό

Και ερχόμαστε σε ένα από τα αγαπημένα μου χωριά, την Πηγή. Η Πηγή είναι σε πλαγιά και μπροστά απλώνεται η καταγάλανη θάλασσα του Μεσσηνιακού κόλπου. Περπατώντας ανάμεσα στα πετρόχτιστα σπίτια φτάνεις στην κεντρική εκκλησία (κλασικά) και την πλατεία. Εκεί η θέα είναι ανελέητα όμορφη. Στα δεξιά, τα σπίτια της Πηγής μοιάζουν με δεντρόσπιτα που κρέμονται από τα κλαδιά ενός μεγάλου και δυνατού Μανιάτικου δέντρου.

Η πανέμορφη θέα από την ταβέρνα

Η πλατεία φιλοξενεί την άλλη αγαπημένη ταβέρνα, Στάθης Μπαρμπαλιάς. Η καφετιά πιτμπουλίτσα μάς υποδέχεται με χαρά αλλά και κάποια επιφύλαξη. Η ταβέρνα ανοίγει το απόγευμα -σε λίγη ώρα δηλαδή από την άφιξή μας- ένα κορίτσι και μια κυρία έξω στην πλατεία κάτω από τα πλατιά δέντρα καθαρίζουν πατάτες σε μεγάλα καζάνια. Υποσχόμαστε ότι θα περάσουμε αργότερα. Τρίτη και Πέμπτη το μαγαζί έχει ζωντανή μουσική έξω στην πλατεία. “Τη λατρεύουν οι τουρίστες,” μας λέει η κυρία Σεβαστή που βρίσκεται στην κουζίνα, “να έρθετε τότε κι εσείς!” μας προσκαλεί. Δεν πήγαμε τότε, αλλά αν καταφέρετε να πάτε σίγουρα Τριτη-Πέμπτη. Κάτι μου λέει ότι θα είναι μοναδική εμπειρία. Και να δοκιμάσετε οπωσδήποτε το καλαμάκι κοτόπουλο, τα παϊδάκια, τα μπιφτέκια, και όλα τα νόστιμα ορεκτικά από τον μεγάλο δίσκο. Η ταβέρνα ξεκίνησε ως παραδοσιακό καφενείο το 1938, ενώ το 1985 μετατράπηκε σε ταβέρνα.

Ιπτάμενες φιγούρες με ζύμη κάνουν την τέλεια πίτσα

Λοιπόν, ίσως το έχω ξαναπεί σε παλαιότερο άρθρο, όμως, ναι, είναι αλήθεια. Δεν είμαι λάτρης της πίτσας. Για την ακρίβεια η πίτσα (όπως και η μακαρονάδα) πρέπει να είναι ΠΟΛΥ σούπερ-ουάου για να την επιλέξω. Βλέποντας τον ξυλόφουρνο της πιτσαρίας Rodi στον Άγιο Νικόλαο και τη Μαρία να ξεφουρνίζει αχνιστές πίτσες αποφάσισα ότι αυτό ήταν ένα ξεκάθαρο κάλεσμα απόλαυσης.

Το επόμενο βράδυ δώσαμε ραντεβού έξω από το μαγαζί γιατί έπρεπε αλήθεια να δοκιμάσουμε όλοι αυτήν τη λαχταριστή ζύμη. Στην είσοδο μπορείς να δεις τη Μαρία να ετοιμάζει τις πίτσες live δίπλα στον ξυλόφουρνο. Μία κλασική και μία με πιο μεσογειακά προϊόντα (και φυσικά υπέροχες πράσινες Μανιάτικες ελιές). Κάθισα εκεί περιμένοντας να βγουν οι πίτσες μας. Η Μαρία έκανε φιγούρες με τις ζύμες στον αέρα και αναρωτιόμουν αν αυτό κάνει πράγματι τη ζύμη μοναδική και πεντανόστιμη… Έμαθα ότι το συγκεκριμένο μαγαζί είναι ανοιχτό μόλις λίγες εβδομάδες. Το πρώτο Rodi βρίσκεται στη Στούπα. Με τη Μαρία, που δουλεύει ήδη εκεί 3 χρόνια σεζόν, μιλήσαμε για το τι εστί αφράτη ζύμη, για τον Πειραιά -απ’ όπου είμαστε και οι δύο-, για τη Μάνη. Έβαλε τις πίτσες σε κουτιά και τις άνοιξε μπροστά μου. Μακάρι να μπορούσα να σας μεταδώσω τη μυρωδιά! Σκέφτομαι συνεχώς τελευταία αν στο φαγητό δίνουν έξτρα νοστιμιά τα χέρια που το μαγειρεύουν… 

Καφέ, ποτό, γλυκό, τα δοκιμάσαμε κι αυτά

Οι επιλογές τόσες πολλές, όσα και τα χωριά δηλαδή της Μάνης. Όμως, θέλω να αναφερθώ σε δύο σημεία ιδιαίτερα που έγιναν και τα αγαπημένα μου. Πρώτα πάμε στη Στούπα και όμορφο μικρό καφέ Στέκι. Όπως δηλώνει αληθώς και το όνομά του, Στέκι μπορεί με ευκολία να γίνει το στέκι σου. Ωραίος καφές, πρωινό, ποτάκι, και η παραλία της Στούπας να απλώνεται εμπρός σου. Όμως, κάτσε, αυτά τα βρίσκεις άνετα και αλλού, αυτό που ξεχωρίζει στο συγκεκριμένο μαγαζί είναι η αγάπη του για τα βιβλία. Το καφέ αυτό διαθέτει μια τεράστια βιβλιοθήκη ανταλλακτική, δηλαδή παίρνεις κάτι αφήνεις κάτι. Βιβλία σε όλες τις γλώσσες (κυρίως είδα ελληνικά, αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά), όλων των ειδών είναι εκεί και σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις και να αφήσεις τη δική σου τελευταία ανάγνωση να τη βρει κάποιος άλλος και να την αγαπήσει. Εγώ άφησα ένα αντίτυπο των στιγμών και πήρα ένα αγγλικό βιβλίο… του Κάφκα (φυσικά!).

Το άλλο αγαπημένο μέρος μας για καφέ, αλλά κυρίως ποτό βρίσκεται στην Καρδαμύλη. Το Aquarella Cafe βρίσκεται στην Καρδαμύλη και το ατού του είναι όπως θα καταλάβεις και από τη φωτογραφία η θέα, το απέραντο γαλάζιο. Τόσο κοντά στη θάλασσα, ακριβώς πάνω από τα βράχια, μπορείς να πιεις τον καφέ, τη μπίρα ή τη μαργαρίτα σου (καλή ώρα!) και να απολαύσεις -εγώ προτείνω- τον ήλιο να βασιλεύει. Τα πιο ωραία χρώματα του ουρανού και του πελάγους θα σε κάνουν αλήθεια να ξεχάσεις ακόμα και να πιεις μια γουλιά ακόμη.

* *

οι δρόμοι, οι πέτρες, τα δέντρα αφηγούνται

 

Περπατώντας στα στενά της Καρδαμύλης χωρίς οδηγό, ο δρόμος σε βγάζει στην ιστορία…

Το σουλάτσο στα στενά της Καρδαμύλης έγινε η αγαπημένη μας απογευματινή ασχολία. Το φως της Δύσης του Ηλίου της πάει τόσο πολύ!

Η Καρδαμύλη ήταν ένα από τα χωριά που ήθελα πολύ να επισκεφθώ στη Μάνη. Τη δεύτερη μέρα του ταξιδιού κινήσαμε για ‘κει. Ο κεντρικός δρόμος περνά από όλα τα χωριά, έτσι κι εδώ. Παρκάραμε στην έξοδο του χωριού, απολαύσαμε ένα εκπληκτικό ηλιοβασίλεμα και προχωρήσαμε προς το κέντρο. Αριστερά η παραθαλάσσια πλευρά της Καρδαμύλης, τα μπαράκια, τα εστιατόρια, μικρά γραφικά στενάκια, πετρόχτιστα σπίτια, πράσινο, και η Παλαιά Καρδαμύλη… 

Στην κεντρική πλατεία της Καρδαμύλης δεσπόζουν αγάλματα σπουδαίων προσωπικοτήτων και ηρώων της επανάστασης, με πιο πρόσφατο αυτό του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που κατασκευάστηκε φέτος. Ο Κολοκοτρώνης μάλιστα φιλοξενήθηκε τον Ιανουάριο 1821 στην κατοικία των Μούρτζινων. Με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τους υπόλοιπους Μανιάτες να καταφθάνουν, τελέστηκε δοξολογία στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα τον Μάρτιο του ίδιου έτους και από ‘κει ξεκίνησαν για την απελευθέρωση της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821. Είχε ξεκινήσει ο αγώνας για την απελευθέρωση των Ελλήνων.

Το Βυζαντινό Υδραγωγείο ή Κρήνη των Παλαιολόγων

Δεν ήξερα που βρίσκεται ακριβώς το Βυζαντινό Υδραγωγείο, ή Κρήνη των Παλαιολόγων όπως αναφέρεται ορθότερα, αλλά αποφάσισα ότι μάλλον ο δρόμος θα μας έβγαζε εκεί. Και πράγματι… ανηφορίζοντας προς την Παλαιά Καρδαμύλη φτάσαμε σε ένα μέρος με ιδιαίτερη ενέργεια, μια ρεματιά. Περνώντας ανάμεσα από ελιές που σχημάτιζαν μια φυσική πύλη, βλέπουμε ένα μικρό παρεκκλήσι, του Άγιου Θεόδωρου διαβάζω, και λίγο πιο κάτω μία ταμπέλα που μας ειδοποιεί ότι αρκούν λίγα βήματα δεξιά για να αντικρίσουμε το παλιό Βυζαντινό Υδραγωγείο.

Αντικρίζω δύο μεγάλες κρήνες φτιαγμένες από πορόλιθο, ένα μνημείο με ύψος τοιχίου 4.6 μ, καμάρες βάθους 60 εκ και πεσσούς πλάτους 50 εκ. Μία οικογένεια Γερμανών τουριστών είναι ήδη εκεί. Ο πατέρας εξηγεί στα δύο παιδιά του (υποθέτω  από τις χειρονομίες) πώς λειτουργούσε το υδραγωγείο. Σύντομα απομακρύνονται και… ησυχία. Μόνο τζιτζίκια κι ένα ελαφρύ αεράκι που κάνει τα φύλλα να ψιθυρίζουν. Κατεβάινω τα σκαλάκια και στέκομαι λίγο εκεί, μέσα στην “πηγή”. Διαβάζω τη μαυρισμένη επιγραφή…

1734
ΕΞΟΔΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙ ΤΡΟΥΠΑΚΙ
Ο ΠΑΤΗΡ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΕ Ο ΙΟΣ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΣ

Φαντάζομαι το πώς, τους ανθρώπους, ακούω το νερό να κυλά… Τι ωραία διαδρομή και τι μοναδικό σημείο. Ένα έργο που άλλαξε κυριολεκτικά τη ζωή των κατοίκων της Καρδαμύλης, και ειδικά των γυναικών που αναγκάζονταν να κουβαλούν νερό ημερησίως στο σπίτι από τα τα κοινοτικά πηγάδια.

Η Παλαιά Καρδαμύλη, το Κάστρο με τη μοναδική αρχιτεκτονική, μια ξεχωριστή συνάντηση 

Περπατώντας λίγο πιο πάνω η ταμπέλα “Παλαιά Καρδαμύλη”. Σηκώνοντας το βλέμμα αντικρίζω τον Πύργο του Τρουπάκη Μούρτζινου στα αριστερά, την είσοδο του κάστρου και το όμορφο καμπαναριό του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα.

Αθλητικά παπούτσια και ξενικάμε!

Το συγκρότημα Τρουπάκηδων Μούρτζινων έχει τόσο μεγάλη ιστορία να διηγηθεί… Όπως πάντα, ένας άνθρωπος κάνει τη διαφορά. Εδώ είναι ο κος ΣτάυροςΝιώθω τυχερή. Σε ένα ακόμη ταξίδι, συναντάμε ανθρώπους που έχουν τη διάθεση να μας μεταφέρουν τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους. 

Τις τελευταίες μέρες του ταξιδιού, ο κος Σταύρος μάς πήρε τηλέφωνο για να επιβεβαιώσει ότι είχαμε δει αρκετά από τα must της Μάνης

Ο κος Σταύρος είναι από τον Κάμπο (ένα χωριό λίγο μετά την Καρδαμύλη στη διαδρομή προς Καλαμάτα). Μας κάνει μία ιστορική αναδρομή στη ζωή του πύργου, στην Επανάσταση του 1821 και στον καίριο ρόλο των Μανιατών στον αγώνα, αλλά και της ζωής του. Στο νηπιαγωγείο πήγαιναν με τα πόδια, μας λέει, στο επόμενο χωριό και λύκειο στην Καλαμάτα. Μιλάμε για τις οικογένειες, για τους Τρουπάκηδες-Μούρτζινους και τους Μαυρομιχάληδες, για την αρχιτεκτονική του κάστρου. “Έχει σημασία η αρχιτεκτονική του κάστρου”, σημειώνει, “δεν είναι η δομή του όπως των υπολοίπων. Έχει γίνει εκτενής μελέτη, έχει δοθεί προσοχή σε κάθε λεπτομέρεια.” Ενώ παίρνουμε τα εισιτήρια συνεχίζει να μας παρουσιάζει τα ιστορικά γεγονότα. “Οι Μανιάτες έδειξαν σπουδαία δύναμη στον αγώνα. Ήταν ήρωες. Εξαιρετικοί πολεμιστές και καπεταναίοι,” λέει, “ένα πράγμα μόνο να μην υπήρχε… η βεντέτα. Αυτό έκανε τους Μανιάτες να φεύγουν. Να ξεριζώνονται.”

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα από πορόλιθο και μαρμαρόπετρα, που χρονολογείται από τον 18ο αι. (την περίοδο της Β΄ Ενετοκρατίας), αποτελούσε την οικογενειακή εκκλησία των Τρουπάκηδων και των Μούρτζινων. Ενώ ο κος Σταύρος μάς μιλά για τον ναό, για τα μοναδικά κομμάτια κόκκινου μαρμάρου που υπάρχουν σε διάφορα σημεία της πρόσοψης, μου τραβά την προσοχή το λεπτό καμπαναριό με ύψος 17 μέτρα και πληθώρα διακοσμητικών στοιχείων. Μαθαίνω ότι ο ναός δεν είναι επισκέψιμος, μόνο σε έκτακτες περιστάσεις (εορτές, επισκέψεις επισήμων) η εκκλησία επιτρέπει την πρόσβαση στον χώρο.

Ξεκινάμε προς το εσωτερικό του συγκροτήματος. Πόση ενέργεια έχουν οι πέτρες εδώ! Λες και η δίψα για ελευθερία, η δύναμη, το πάθος έχουν εγγραφεί στις πέτρες όπως η μουσική στα βινύλια. Περνώντας από τα στενά περάσματα αγγίζω τις πέτρες. Σκύβω στις χαμηλές πόρτες, κρυφοκοιτάζω από τα πετρόχτιστα παράθυρα. Τα ξύλινα παντζούρια που αποκαλύπτουν τη φύση της Μάνης είναι σαν να σου χαρίζουν μια κλεφτή ματιά στον επίγειο παράδεισο. Σε κάθε επίπεδο η θέα είναι ακόμη πιο απολαυστική. Οι ήχοι της φύσης κάνουν τη στιγμή μοναδική.

Ο ναός, ο πύργος, ο οντάς, το ελαιοτριβείο… κάθομαι εκεί στη βάση του πύργου και αναρωτιέμαι πώς ήταν τότε η ζωή σε αυτό το οχυρωματικό σύμπλεγμα κτιρίων, σ’ αυτήν τη μικρή κλειστή κοινωνία…


Discover the South Peloponnese, Mystras and the Mani Peninsula

from: Viator, A Tripadvisor Company

Από τους Σπαρτιάτες και τη Λακωνική Μάνη, τις ξακουστές Μανιάτικες οικογένειες και τον αγώνα για την απελευθέρωση, τους πειρατές, συζητήσαμε για τα πάντα με τον φύλακα του Πύργου. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την επόμενη μέρα το πρωί πριν ανοίξει ο χώρος, με ελληνικό καφέ στο γκαζάκι που έχει μόνιμα εκεί ο κος Σταύρος. “Αύριο ελάτε νωρίς το πρωί. Θα πιούμε καφέ κάτω από τη Μουριά, να, εδώ.” δείχνει το δέντρο που είναι ακριβώς δίπλα στο φυλάκιο. Για φαντάσου, σκέφτομαι, αυτό το δέντρο πρέπει να τα έχει δει όλα, να τα ξέρει όλα.

Το επόμενο πρωινό, πιστοί στο ραντεβού μας, πριν τις 8:00 ήμασταν εκεί. Και πράγματι, όπως φανταζόμουν, ήταν ένα από τα καλύτερα πρωινά στη Μάνη. Μας είχε φέρει χάρτινα ποτήρια και παραδοσιακό λαδοπαξίμαδο Μάνης. Μιλήσαμε για το ταξίδι, για τις διαδρομές που θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε. Μας πρότεινε σπήλαια που δεν είχαμε ακούσει, κάποιους αρχαιολογικούς χώρους και μέρη πολιτιστικού ενδιαφέροντος, μάς έδειξε τα κοσμήματα που ο ίδιος κατασκευάζει τον ελεύθερο χρόνο του. “Να μη φοβάστε να ταξιδεύετε και να μιλάτε στους ντόπιους στα χωριά, να μπαίνετε στην κουλτούρα του τόπου…”. Σκέφτηκα για μία ακόμη φορά πως ο τρόπος να ανακτήσεις την πίστη σου στους ανθρώπους είναι να γνωρίζεις συνεχώς νέους. Αποχαιρετήσαμε τον Πύργο και τον κο Σταύρο, ενώ οι πρώτοι επισκέπτες είχαν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν.

Η ιδιοκτησία έχει πλέον ανακαινιστεί, αφού κηρύχθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο το 1994. Το γενικό εισιτήριο κοστίζει 3ε, 2ε μειωμένο, ενώ νέοι κάτω των 18 μπορούν να εισέλθουν δωρεάν.

Μα πώς είναι τελοσπάντων, πόλη του ανέμου ή πόλη του Άρη, Αερόπολη ή Αρεόπολη;

Η απόλυτη σύγχυση επικράτησε όταν φτάσαμε στην Αρεόπολη. Οι μισοί φώναζαν ότι είναι Αερόπολη, οι υπόλοιποι Αρεόπολη. Εγώ απ’ την άλλη καθόλου δε νοιάστηκα για το ορθό του λόγου, μα λαχταρούσα να περπατήσω στα λιθόστρωτα στενά της πόλης και να ακούσω την ιστορία που έχουν να μου πουν τα κτίρια και οι ντόπιοι.

Το άγαλμα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στην κεντρική πλατεία

Από την κεντρική πλατεία, όπου έχουμε παρκάρει, δεξιά ένας δρόμος οδηγεί στα σοκάκια που ανυπομονούσα να επισκεφθώ. Κάνω μια στάση στο επιβλητικό άγαλμα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Μια γιαγιά στέκεται πιο δίπλα με τη μαγκούρα της. Της πιάνω την κουβέντα. “Από ‘δω είστε;” – “Ναι κορόνα μου”, μου απαντά. Τη ρωτώ για το ζήτημα Αρεόπολη ή Αερόπολη, για την πλατεία… “Τι έχει δει αυτή η πλατεία, ε;” της λέω. “ Να ‘ρθείτε το Σάββατο”, μου λέει, “γίνεται χαμός εδώ, βγάνουνε τα διάφορά τους ελιές, λάδι…”. Σκέφτομαι ότι ίσως δε με άκουσε ή απλώς με αγνόησε, γιατί η ιστορία είναι γι’ αυτήν πια χιλιοειπωμένη.

ΝΙΚΗ ‘Η ΘΑΝΑΤΟΣ

Λίγο πιο κάτω, στα αριστερά μου, συναντώ ένα παντοπωλείο με παραδοσιακά προϊόντα. Βλέπω απ’ έξω μια σακούλα αλάτι, ελιές σε βαζάκια, κάπαρη, λαλάγγια… Όλα Μανιάτικα και πεντανόστιμα. Παίρνω ελιές και αλάτι. Προχωρώ προς τα μέσα και καταλαβαίνω πως η Αρεόπολη, ο ιστορικός οικισμός που παρέμεινε ανεξάρτητος επί Τουρκοκρατίας, μου αποκαλύπτει σιγά-σιγά την ομορφιά της.

Οι δρόμοι έχουν πάρει ονόματα Μανιατών (φαντάζομαι πώς όλοι έχουν αγωνιστεί ή με κάποιον τρόπο έχουν συνδράμει στον αγώνα). Στα στενά θα συναντήσεις πετρόχτιστα σπίτια και πύργους (του Στυλιανού Μαυρομιχάλη, του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, του Μπαρελάκου, του Πικουλάκη -επισκέψου το Μουσείο). Φτάνω ΣΤΗΝ Πλατεία… Εδώ ξεκίνησε η επανάσταση, για φαντάσου. Ο µητροπολιτικός ναός των Αγίων Ταξιαρχών βρίσκεται εκεί ακριβώς. Σκέφτομαι όλους τους Μανιάτες με πρωτοστάτη τον Πετρόμπεη να προσεύχονται πριν τη μεγάλη στιγμή, την αρχή της Απελευθέρωσης, και το λάβαρο της επανάστασης να ανεμίζει. Ακόμη κι ο Θεός θα γονάτιζε σε τέτοιους ήρωες.

Χαραγμένα γράμματα σε κτίρια, λάβαρα και ελληνικές σημαίες, αγάλματα, ανάγλυφες επιγραφές εξιστορούν τα γεγονότα.

Η Αρεόπολη, εκτός από πλούσια ιστορία, έχει και σύγχρονο παλμό. Όμορφα καφέ με ξύλινες καρέκλες και γουστόζικα τραπέζια, μεζεδοπωλεία και ταβερνάκια, αλλά και μπαράκια γεμίζουν τα σοκάκια που το βράδυ σφύζουν από ζωή.

* Για το τυπικό του πράγματος, μετά από έρευνα που έκανα, το ορθό είναι Αρεόπολη, ωστόσο, ναι, σε 1-2 πινακίδες αναγράφεται ως Αερόπολη. Αμ δεν είναι η πόλη του ανέμου, αλλά η πόλη του Άρη. Πιο συγκεκριμένα, η περιοχή ονομαζόταν αρχικά -και έως το 1836- Τσίμοβα, μετά ονομάστηκε Αρεόπολη, δηλαδή η πόλη του Άρη, με διάταγμα του Όθωνα ως φόρος τιμής στην πολεμική αρετή των Μανιατών.

Αναζητώντας το κρυφό Σπήλαιο Βατσινίδη

Μία από τις πολλές προτάσεις που λάβαμε για τη Μάνη ήταν το Σπήλαιο Βατσινίδη. Αξίζει να το επισκεφθείς; Ναι, φυσικά, όπως και καθετί στη Μάνη. Ωστόσο, πριν το κάνεις πρέπει να γνωρίζεις κάποια βασικά πράγματα, να είσαι προετοιμασμένος για σκαρφάλωμα και κυρίως να έχεις μαζί έναν μεγάλο φακό (όχι, δεν κάνει το φλας του κινητού) γιατί κυριολεκτικά δε βλέπεις τίποτα μπαίνοντας παρά μόνο την είσοδο-έξοδο και μία αντανάκλαση του θαλασσινού νερού κάπου στο σκοτεινό βάθος.

Θα πρότεινα να παρκάρεις στο πλάτωμα πάνω από την παραλία του Φονέα (μπορείς άνετα να τη βρεις στο Google Maps) και από ‘κει χρειάζεσαι περίπου 300 μ περπάτημα για να βρεθείς στο σημείο εκκίνησης της κατάβασης. Περπατώντας με προσοχή στην κατεύθυνση προς Καρδαμύλη, πλάι-πλάι στον δρόμο από την πλευρά της θάλασσας, περνάς την πρώτη στροφή μετά τον Φονέα. Μετά το μοναδικό γωνιακό σπίτι που βρίσκεται εκεί υπάρχει ένα ακόμη πέταλο, μία στροφή και ένα πλάτωμα στα αριστερά. Από ‘κει κυριολεκτικά περνάς πίσω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα και ακολουθείς ένα αχνό μονοπάτι που κατεβαίνει ανάμεσα σε πέτρες, χώμα (προσοχή, το χώμα γλιστράει) και αγκαθωτούς θάμνους. Δε συνεχίζεις προς τη θάλασσα ευθεία, αλλά δεξιά. Ένα τεράστιο πουρνάρι (?) και ένα σιδερένιο κουτί με ένα αχνό λευκό βέλος δείχνουν την κατεύθυνση προς την είσοδο του σπηλαίου. Ένας τεράστιος βράχος -και κάποιοι μικρότεροι συντροφιά- κλείνουν την είσοδο και αφήνουν ελάχιστο φως να περάσει. Φαίνεται σαν να έχουν προηγηθεί κατολισθήσεις, αλλά δεν είναι βέβαιο.

Κατεβαίνοντας μόνο τα χώματα και τα βοτσαλάκια που κατρακυλούν κατά τον βηματισμό μας ακούγονται. Πυκνό σκοτάδι και στο βάθος αριστερά μία κηλίδα φωτός και η αντανάκλαση του θαλασσινού νερού. Δεξιά, ένα σημείο τιρκουάζ. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις που σταματά η στεριά και που ξεκινά το νερό. Δυστυχώς οι φακοί των κινητών δεν επαρκούν. Αποφασίζουμε πώς είναι επικίνδυνο να συνεχίσουμε και ξεκινάμε την ανάβαση προς τα έξω. 

Θέλω στο σημείο αυτό να μοιραστώ μαζί σας μία όμορφη, μα και συνάμα συγκλονιστική στιγμή που διαδραματίστηκε κατά την επίσκεψή μας στο συγκεκριμένο σπήλαιο…

Στη διαδρομή προς το σπήλαιο, πίσω από εμάς ερχόταν ένα ζευγάρι. Όταν μπήκαμε και τελικά συνειδητοποιήσαμε ότι μέσα υπήρχε λιγοστό φως και το φλας του κινητού δεν έφτανε να φωτίσει τη διαδρομή. Αποφασίσαμε να φύγουμε. Το ζευγάρι μάς είχε ήδη προσπεράσει και προχωρήσει πιο χαμηλά στο σπήλαιο. Βγαίνοντας, λίγα βήματα μετά την κακοτράχαλη έξοδο, ο φίλος μου πρότεινε να περιμένουμε λίγο. Τον ρώτησα ξαφνιασμένη γιατί και μου απάντησε “γιατί θέλω να βεβαιωθούμε ότι βγαίνουν έξω και οι δύο”.

Ήταν μάλλον η πιο συγκινητική στιγμή αυτών των διακοπών. Συγκλονίστηκα για την προφανή πιθανότητα το σενάριο να πραγματοποιηθεί, και χάρηκα συνάμα που ένας άντρας το σκέφτηκε αυτό. Ένιωθα τόσο ασφαλής με την παρέα μου που η μόνη μου αγωνία ήταν το σκαρφάλωμα και τα πουρνάρια. Όταν τους είδαμε να βγαίνουν συνεχίσαμε κι εμείς την ανάβασή μας. Η ασφάλεια, πράγματι, δεν είναι δεδομένη. Μην ξεχνάτε πως δεν είμαστε δυστυχώς όλες εδώ, λείπουν οι δολοφονημένες.

Σταθερά παπούτσια ορειβασίας ή αθλητικά, φακός, σακίδιο πλάτης, μαγιό και πετσέτα αν θέλετε να προχωρήσετε και να κάνετε μπάνιο. Εμείς δυστυχώς δεν φτάσαμε ως αυτήν την πίστα καθώς όπως σας είπα δεν μπορούσαμε καν να προσεγγίσουμε το βάθος του σπηλαίου λόγω έλλειψης φωτός. Υπάρχει μία ακόμη είσοδος προσβάσιμη από τη θάλασσα.

Κινώντας προς το νοτιότερο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου…

Ήθελα πολύ σε αυτό το ταξίδι να επισκεφθώ το Ακρωτήριο Ταίναρο ή Κάβο Ματαπάς ή Ποσείδιον, όπως αναφερόταν στην αρχαιότητα. Τόση μυθολογία, τόση ιστορία, τόση ομορφιά, πώς θα μπορούσα να το παραλείψω; Έτσι ξεκινήσαμε τις τελευταίες μέρες του ταξιδιού προς το νοτιότερο άκρο της ηπειρωτικής Ελλάδας και μάλιστα και της Βαλκανικής χερσονήσου.

Σε αυτήν την εκδρομή ήθελα πολύ να έρθει μαζί και η Σάββυ. Έτσι κι έγινε. Δε νομίζω να ήταν η καλύτερή της. Είχε πολύ αέρα και πολύ ήλιο, γι’ αυτό άλλωστε δεν κάτσαμε και πολύ. Το μπάνιο μετά όμως και το καλό φαγητό την αντάμειψε (και όλους μας!).

Φτάνοντας προς το “τέλος” της διαδρομής σκέφτομαι τους στίχους του Ελύτη “Θεε μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για μη σε βλέπουμε”. Το μπλε της θάλασσας και του ουρανού γίνονται ένα και κάπου εκεί στις άκρες μόνο βράχια και αέρας. Τι ενέργεια έχει αυτός ο τόπος, τι αγριάδα!

Παρκαρισμένα αυτοκίνητα για τις παραλίες δεξιά και αριστερά. Κάποιοι έχουν ήδη ξεκινήσει προς τον ναό του Ποσειδώνα και τον Φάρο του ακρωτηρίου. Οι πινακίδες μάς ειδοποιούν για τις διαδρομές. Έχω ήδη διαβάσει πως η διαδρομή προς το Ακροταίναρο είναι 40λ, ανηφόρα κατηφόρα. Διακρίνω μόνο πέτρες και ασφόδελους. Έχει απίστευτο ήλιο. Τις τελευταίες μέρες, μετά από πολύ σκαρφάλωμα και πολλές σκάλες, με ενοχλεί έντονα το αριστερό μου γόνατο και ένας παλιός τραυματισμός. Σκέφτομαι ότι σίγουρα δεν είναι καλή επιλογή να το δοκιμάσουμε σήμερα.

Καθόμαστε για λίγο εκεί, μπροστά στο μονοπάτι. Αριστερά είναι το σημείο όπου βρισκόταν ο Χριστιανικός Ναός Ασωμάτου, για την κατασκευή του οποίου χρησιμοποιήθηκαν υλικά από τα συντρίμμια του Ναού του Ταινάριου Ποσειδώνα. Ακολουθώ το μικρό μονοπάτι με τις πολλές πέτρες και τα αγκάθια. Μήπως ακόμα και αυτό αποτελεί μέρος της ιεροτελεστίας που απαιτεί ο τόπος για την είσοδο του επισκέπτη, σκέφτομαι, αυτή η “ταλαιπωρία”; Οι καμάρες του ναού και οι τεράστιες πέτρες που εναλλάσσονται με μικρές πλακέ με κάνουν να αναρωτιέμαι ποιες απ’ όλες είχαν αγγιχθεί από τους αρχαίους προγόνους μας… Μπαίνω, και στο βάθος βλέπω έναν σύγχρονο “βωμό”. Βλέπω λιωμένα κεριά, γραμμένα ονόματα και αρχικά ονομάτων χαραγμένα στην πέτρα, μολύβια, μπρελόκ για κλειδιά, βότανα, μέχρι και μια παιδική ζωγραφιά στα αριστερά μου με μια πέτρα ακουμπισμένη πάνω. Σκέφτομαι ότι ίσως κάποιοι νομίζουν πώς αυτό είναι το νεκρομαντείο ή ο ναός του θεού Ποσειδώνα, ίσως δωδεκαθεϊστές έφεραν εδώ τις δικές τους προσφορές στον θεό τους. Ή μήπως είναι Χριστιανοί; Ίσως πάλι να είναι απλοί περαστικοί, ταξιδιώτες που είχαν ανάγκη να ευχηθούν και να ελπίσουν.

Θα ήθελα πολύ να είχα φτάσει στον Φάρο, να δω το Ρωμαϊκό ψηφιδωτό δάπεδο με το Άστρο της Αρίας στον Οικισμό των Ταινάριων, τη σπηλιά που λέγεται ότι ήταν το Νεκρομαντείο που επισκέφθηκε ο Ηρακλής για να αντιμετωπίσει τον Κέρβερο… Υπόσχομαι ότι την επόμενη φορά που θα βρεθώ σ’ αυτό το σημείο θα καταφέρω να φτάσω μέχρι τέρμα.

* *

τα χωριά της Μάνης

Πόσα όμορφα χωριουδάκια μπορεί να έχει η Μάνη; Πολλά! Ήθελα να προσπαθήσουμε σε αυτό το ταξίδι να δούμε όσα περισσότερα χωριά της Μεσσηνιακής Μάνης ήταν δυνατόν -και είναι πολλά! Εκτός από τα Ρίγκλια που ήταν και η βάση μας, τον Άγιο Νικόλαο, τη Στούπα, το Καρυοβούνι που έχουμε ήδη μιλήσει παραπάνω για την ομορφιά τους, υπάρχουν κι άλλες μικρές ορεινές και παραθαλάσσιες οάσεις στη Μεσσηνιακή και τη Λακωνική Μάνη.

Το Νιοχώρι ακούγεται σίγουρα καλύτερα!

Ξεκινώ από το πιο κοντινό σε μας χωριό, το Νεοχώρι (όπως αναφέρεται στις ταμπέλες-οδηγούς) ή Νιοχώρι (όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι, και σίγουρα είναι πιο εύηχο!). Ανεβαίνοντας από τον κεντρικό δρόμο κάπου πάνω από τη Στούπα, ο ανήφορος οδηγεί σε αυτό το μικρό χωριουδάκι σε υψόμετρο 130 μ και με 48 μόνιμους κατοίκους στέκεται από ψηλά και παρέχει μία πανέμορφη θέα στον Μεσσηνιακό κόλπο και τα παραλιακά χωριά.

Στην κεντρική στροφή, που μας καλωσορίζει στο χωριό, υπάρχει ένα παντοπωλείο. Μπαίνω να πάρω ένα δροσερό τσάι. Ο κύριος στο ταμείο τρώει φρούτα εποχής και με καλωσορίζει. Μιλάμε λίγο για το χωριό, για την όμορφη θέα που απλώνεται ακριβώς μπροστά στο σημείο. Φτάνοντας στην πόρτα του λέω “τον χειμώνα τι κάνετε εδώ; πώς είναι τα πράγματα;”. “Κάτι γίνεται, κορίτσι μου,” μου απαντάει, “Έχει κατοίκους. Πολλά από τα σπίτια που βλέπεις τα έχουν ξένοι. Το αγαπούν το χωριό. Έρχονται.” Σκέφτομαι πόσο θα ήθελα να έχω ένα σπίτι εκεί στη Μάνη. “Ήρθε πριν λίγο και ένας κύριος, Χανς, θέλει να αγοράσει σπίτι εδώ. Μαζί είστε;”. Αναρωτιέμαι αν διάβασε τη σκέψη μου… “Όχι”, του απαντώ. Τον καλημερίζω και ξεκινώ τη βόλτα στο χωριό.

Στενά δρομάκια με κυρίαρχο στοιχείο φυσικά την πέτρα, αλλά και τις βουκαμβίλιας και τις αγαπημένες μου φραγκοσυκιές – μα τι φωτογενής κάκτος! Στον δρόμο προς την κεντρική πλατεία θα βρεις ένα όμορφο παραδοσιακό αρτοποιείο με εξαιρετικό ψωμί, παξιμάδια και όνομα “Μεταξάκι”, αλλά και ένα σπίτι εγκαταλελειμμένο με μπανανιές! Πόσο λάτρεψα αυτό το όμορφο σκηνικό· πέτρες, πέτρες, πέτρες και ένας κήπος γεμάτος μπανάνες! Ήθελα πολύ να πηδήξω μέσα και να αρπάξω καμιά. (Άλλο ένα κρίμα για τα ψηφιακά υλικά μου που χάθηκαν.)

Φτάνουμε στην κεντρική πλατεία. Ένα καφενεδάκι στα αριστερά, δεξιά η εκκλησία Ευαγγελίστρια, ευθεία μια πινακίδα μας ενημερώνει ότι προχωρώντας θα βρεθούμε στο μονοπάτι για Καστάνια. Στέκομαι λίγο στο καφενείο. Ένα γεροντάκι πίνει καφέ στο πρώτο τραπέζι μέσα στο καφενείο. Φορώ τη μάσκα μου και περπατώ σταματώντας λίγο πριν την είσοδο. Μου χαμογελά και σηκώνει ελαφρά τη μαγκούρα του -υποθέτω πως με χαιρετά. “Καλημέρα”, του λέω. “Καλήμερα παιδιά”, απαντά, “Για που πάτε; Για το μονοπάτι;” μας ρωτά. Συνεχίζουμε την κουβέντα. Παράπονα ξεπηδούν από εκείνον και την κυρία που βρίσκεται μέσα στο καφενείο. Έχουν καθώς φαίνεται κάνει συχνά αιτήματα για καθαρισμό του μονοπατιού. “Δε σας το προτείνω να πάτε βρε παιδιά τώρα”, λέει η κυρία. Απογοητεύομαι, αλλά μία αρχή μου στα ταξίδια είναι να ακούω τους ντόπιους, οπότε, ναι, δε θα ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι τώρα. Τους αποχαιρετάμε και κατεβαίνουμε προς εκείνη την πρώτη στροφή που σας έλεγα. Ένα δέντρο για σκια, τέσσερα παγκάκια και μπροστά, απέραντη θέα. Αυτό ήταν το σημείο μας για την επόμενη μία ώρα.

*Αναζήτησε το µελισσοκοµείο του Νεοχωρίου μεταβυζαντινής εποχής. Η παλαιότερη χαραγµένη χρονολογία στο κτίσμα γράφει 1782, ενώ η πιο σύγχρονη “13 ΙΟΥΛΗΟΥ 1880”.

Τσιμεντόλιθος από ένα παλαιό ελαιοτριβείο σε μια γωνιά του χωριού (γι’ αυτό σας λέω, τριγυρίστε!)

 

Η Μάνη έχει τη μαγεία του να μηδενίζει τις αποστάσεις. Ίσως γιατί το τοπίο σε μαγεύει και στη διαδρομή ξεχνάς ότι μετακινήσε, ίσως γιατί σε τέτοια ομορφιά πραγματικά ο χρόνος δεν έχει σημασία.

 

Αναρωτιέμαι για την πραγματική “Πηγή”

Κινώντας από Ρίγκλια για Αρεόπολη τα χωριά που θα συναντήσεις στον δρόμο είναι πολλά. Ένα από αυτά είναι και η Πηγή. Τι ομορφιά, τι ασφάλεια, τι οικειότητα… Μία τουρίστρια βγαίνει από ένα σπίτι με μια σακούλα σκουπίδια στα χέρια. Με προσπερνά και μου λέει σε σπαστά ελληνικά “Καλημέρα”. Παρατηρώ τα πόδια της. Περπατά ξυπόλητη στο πέτρινο καλντερίμι. Αυτό ακριβώς είναι η Πηγή, ένα χωριουδάκι που νιώθεις πώς είναι το σπίτι σου. Ήθελα να πετάξω τα παπούτσια μου και να την ακολουθήσω, να τη ρωτήσω από που έρχεται, πώς της φαίνεται η Μάνη…

Κάθε στιγμή που κοιτώ στα δεξιά μου, σε μια σχισμή που αφήνουν οι πέτρες ξεπροβάλλουν ο ουρανός και η θάλασσα. Απ’ τη μία ο Ταΰγετος και από την άλλη ο Μεσσηνιακός Κόλπος και το Ιόνιο. Η Πηγή, κτισμένη σε υψόμετρο 370 μέτρων είναι μία αγκαλιά. Τα σπίτια (πόσα να ‘ναι, δέκα-δεκαπέντε;) είναι πράγματι χτισμένα με τρόπο προστασίας, σαν αγκαλιά στους διαβάτες που περνούν το κεντρικό της δρομάκι. Σ’ αυτό το δρομάκι (ναι, κι όμως!) μπαίνουν κι αυτοκίνητα, και μάλιστα στην είσοδο του στενού αυτού υπάρχει ένα… φανάρι. Ένας διακόπτης ουσιαστικά βρίσκεται εκεί για να ειδοποιήσει ο οδηγός που εισέρχεται τον οδηγό που πιθανόν περιμένει στην άλλη μεριά και αντίστροφα.

Όμως, αλήθεια, περπάτησε εκεί, μην οδηγήσεις. Στο τέλος του δρόμου, η ταβέρνα ο Στάθης Μπαρμπαλιάς -όπου ήδη αναφέρθηκα στο γαστρονομικό κομμάτι αυτού του ρεπορτάζ- θα σε κάνει να αγαπήσεις το μέρος ακόμη περισσότερο. Πίσω από την εκκλησία, η πηγή. Υποθέτω αυτή που βάφτισε το χωριό.

Οίτυλο και Νέο Οίτυλο, από το βουνό στη θάλασσα (κυριολεκτικά)

Μας έδωσε οδηγίες και έφυγε, όμως, τι όμορφη εικόνα που μας χάρισε…

Κατευθυνθήκαμε προς την περιοχή με σκοπό να δούμε τα Σπήλαια Διρού. Τι ατυχία που τα έργα δεν είχαν ολοκληρωθεί μέχρι που φύγαμε από τη Μάνη και το Σπήλαιο ήταν κλειστό. Για το Οίτυλο έχουμε αναφορές από την αρχαιότητα ως μία από τις πόλεις των Αχαιών (υπό την ηγεσία του Μενέλαου -του γνωστού) που έστειλε στόλο για τον Τρωικό πόλεμο. Σήμερα, συναντάμε το Οίτυλο σε ορεινό επίπεδο και το Νέο Οίτυλο, παραθαλάσσιο οικισμό. 

Τα παραδοσιακά πετρόχτιστα σπίτια, οι εκκλησίες, τα μονοπάτια, η βλάστηση, ελιές, φραγκοσυκιές, φρύγανα και στο βάθος απέραντο γαλάζιο… Το μονοπάτι από το (άνω) Οίτυλο οδηγεί στο Νέο Οίτυλο, όπου υπάρχει μία τεράστια παραλία για μπάνιο, αλλά και στον κολπίσκο γραφικά σημεία για φαγητό και ποτό. Δεξιά βρίσκεται το Καραβοστάσι, με μία ακόμη παραλία που, αν και δεν επισκεφθήκαμε, ήταν πάντοτε άδεια και τη λιμπιζόμασταν.

Αν σε κρατούν τα πόδια σου αναζήτησε το κάστρο της Κελεφάς που βρίσκεται πάνω από το Νέο Οίτυλο στη νοτιότερη απόληξη της οροσειράς του Ταϋγέτου. Το κάστρο αυτό χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας (περί τα τέλη του 17ου αι.) από τους ίδιους τους Τούρκους ως μία προσπάθεια ελέγχου των Μανιατών. Η τετράγωνη μορφή του και οι 4 (από τους 5 που υπήρχαν τότε) κυκλικοί πύργοι που διασώζονται φαίνονται από τον δρόμο και μιλούν για την πολυτάραχη ιστορία του τόπου. Στο ομώνυμο χωριό, αξίζει μια επίσκεψη στη βρύση και την όμορφη εκκλησία του 17ου αι. αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο.

Ένα μέρος από ταινία εποχής στη Λακωνική Μάνη, η Βάθεια

Ενώ απομακρυνόμαστε από τη Μεσσηνιακή Μάνη διακρίνω άμεσα την αλλαγή στο τοπίο. Τα πάντα αγριεύουν. Ρωτάω αν το βουνό έχει καεί στην περιοχή, γιατί η απουσία βλάστησης είναι τόσο αισθητή που με εντυπωσιάζει. “Όχι”, μου απαντά η Χριστίνα, “αυτή είναι η ομορφιά του τόπου”. Τα βράχια γίνονται απόκρημνα, σαν κάποιο χέρι να έκοψε απότομα τη γη στη μέση.

Ό,τι και να πω για τη Λακωνική Μάνη δε θα μπορέσει να περιγράψει με ακρίβεια την ιδιαιτερότητα και την ενέργεια του τοπίου της. Πράγματι, καταλήγω να συμφωνώ με τη Χριστίνα, “αυτή είναι η ομορφιά του τόπου”. 

Έχουμε περάσει πολλά χωριά και η διαδρομή μας έχει πάψει προ πολλού να είναι παραλιακή. Ανεβαίνουμε σε έναν δρόμο με συνεχείς στροφές -χαίρομαι αλήθεια που δεν οδηγώ εγώ, έτσι μπορώ και απολαμβάνω το τοπίο με άνεση. Οι κορυφές των πρώτων πυργόσπιτων ξεχωρίζουν. Από στροφή σε στροφή χάνονται και αναρωτιέμαι πόσο μακριά απλώνεται η Καστροπολιτεία της Βάθειας

Σταματάμε σε ένα σημείο έξω από την πόλη. Η Σάββυ διψάει σαν τρελή για νερό κι εγώ να περπατήσω στα στενά δρομάκια της οχυρωμένης Βάθειας, να φτάσω στην άκρη, εκεί όπου κρέμονται τα μπροστινά σπίτια, και να αντικρίσω τη Μεσόγειο (2 μόλις χιλιόμετρα χωρίζουν τη Βάθεια από τη θάλασσα).

Η Σάββυ γεμάτη περιέργεια μυρίζει τις πέτρες, το έδαφος, ενώ δείχνει ιδιαίτερη αδυναμία στις ξύλινες πόρτες. Πλησιάζει σε μια φραγκοσυκιά και της γαβγίζει με θράσος γιατί μάλλον δεν υπολόγιζε σωστά τις κινήσεις της. Εγώ περπατώ και αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών. Χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής οχυρωματικής αρχιτεκτονικής του 18ου και 19ου αιώνα, διαβάζω. Για φαντάσου, σκέφτομαι, τόση ζωή και τώρα εγκατάλειψη. Κάποια από τα δρομάκια δεν περπατιούνται από τις πέτρες, ο γκρεμός είναι απότομος χωρίς προστασία και θέλει προσοχή. 

Παρατηρώ ότι κάποια από τα σπίτια φαίνονται πιο συμμαζεμένα από τα υπόλοιπα, τα χιλιογκρεμισμένα. Διαβάζω ότι ο ΕΟΤ, σε μία προσπάθεια να σωθεί ό,τι σώζεται από την Καστροπολιτεία της Βάθειας, παρενέβη και αναστήλωσε κάποια πυργόσπιτα το ‘70-’80, ενώ κάποιοι πύργοι (ελάχιστοι) μετατράπηκαν σε ξενώνες. Δε βλέπω κανέναν. Το τοπίο μυρίζει εγκατάλειψη. Ανεβαίνω κάποια σκαλοπάτια που οδηγούν στην κορυφή ενός γκρεμισμένου πύργου. Ό,τι έχει μείνει απ’ αυτόν φαίνεται γερό. Παρατηρώ τους γύρω πύργους και θυμάμαι αυτό που μου είχε πει ο κος Κ. για τους πύργους της Μάνης… “Οι πύργοι ήταν σύμβολα των πατριών. Όσο ψηλότερος ο πύργος, τόσο πιο σημαντική η οικογένεια. Δεν μπορούσε η κάθε οικογένεια να υψώσει κι έναν πύργο όσο τον ήθελε. Έτσι καταστράφηκαν πολλοί πύργοι”.

Day Trip to Diros Caves and Villages of Mani from Kalamata – $136.85
from: Viator, A Tripadvisor Company

Στέκομαι για λίγο σε ένα πολύ στενό σημείο -σχεδόν περνάς με τα χέρια μαζεμένα- και σκέφτομαι τις προσπάθειες των Μανιατών να αμυνθούν απέναντι στους εισβολείς, Τούρκους, πειρατές… Βλέπω τους Μανιάτες να κρύβονται στα καλά οχυρωμένα πυργόσπιτα, να βγάζουν τα πιστόλια τους από τα στενά παραθυράκια που μόλις και μετά βίας χωράς να κοιτάξεις και να προστατεύουν την Καστροπολιτεία με πυγμή.

Φεύγοντας ξανακοιτάζω το τοπίο από ένα πλάτωμα λίγο πιο κάτω στον δρόμο. Η αυστηρότητα της Βάθειας στην όψη με κάνει να συλλογίζομαι τους στίχους του Κωστή Παλαμά “Να κι οι Μανιάτες! Κι είν’ όπως είναι οι βράχοι τους: και σουβλεροί κι ολόρθοι, και ολόγυμνοι και απάτητοι και ξεμοναχιασμένοι” (Λόγος Τέταρτος) και τη στερεοτυπική πεποίθηση για τους Μανιάτες, ότι είναι σκληροί, όπως το τοπίο τους… Ζώντας λίγες μόνο μέρες στη Μάνη συνειδητοποιώ ότι η ζεστασιά των ανθρώπων που γνώρισα εκεί είναι, ναι, αντιπροσωπευτική του τοπίου, της ζεστασιάς, της προστασίας, της ασφάλειας που προσφέρουν τα σπίτια από πέτρα.

Να και μια καρτ-ποστάλ από την πανέμορφη Καστροπολιτεία, σας τη χαρίζω!

Το Τιρκουάζ συνομιλεί με τους Βράχους στο Λιμένι

Διαβάζοντας τον τίτλο αυτού του ρεπορτάζ μάλλον αυτό που θα σου ήρθε πρώτο στο μυαλό είναι το ξακουστό χωριό Λιμένι. Φυσικά, είναι ξακουστό και χιλιοφωτογραφημένο σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης Ελλήνων και ξένων. Και είναι πράγματι μια πολύ όμορφη και ειδυλλιακή τοποθεσία. Η αλήθεια είναι βέβαια πως σε ένα τόσο μικρό (κυριολεκτικά μια σταλιά) μέρος, ο κόσμος που μαζεύεται φαντάζει μπουλούκι. Οπότε αν θέλεις να φωτογραφηθείς ή να κολυμπήσεις με ηρεμία διάλεξε αρκετά πρωινές ώρες (αν το επισκεφθείς το καλοκαίρι) και σίγουρα όχι ΣΚ.

Κατεβαίνοντας το βουνό και φτάνοντας προς το Οίτυλο, το Λιμένι φαίνεται από ψηλά και ξεχωρίζω τα τιρκουάζ νερά του κολπίσκου και τις ολοφώτιστες φούξια βουκαμβίλιες… Σε πολύ μικρή απόσταση από το Οίτυλο, λοιπόν, βρεθήκαμε σε αυτό το μικρό μαγικό σημείο της Μάνης. Μπαίνοντας στον οικισμό δεσπόζει η πέτρα και η θάλασσα. Το τοπίο, αν και παραδοσιακό, παρουσιάζει έντονα σύγχρονα στοιχεία. Η πετρόχτιστη εκκλησία ακριβώς στην είσοδο του Λιμενίου, μισογκρεμισμένη καθώς είναι, και τα αγριολούλουδα στον φράχτη που την περιζώνει με κάνουν να σκέφτομαι την ηγετική ηρωική φιγούρα του Μανιάτη Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Το Λιμένι αποτέλεσε την έδρα και το λιμάνι των Μαυρομιχαλαίων.

Όμορφα μικρά καφέ, ταβερνάκια, και δύο βασικά σημεία να για βουτιές και κολύμπι. Δεν μπορώ να πάρω το βλέμμα μου απο τα σμαραγδένια νερά του κολπίσκου. Η ομορφιά είναι τόσο έντονη και μοναδική που προτίμησα από το να κολυμπώ σ’ αυτά τα νερά, να τα χαζεύω. Ένα ελαφρύ αεράκι φυσά και τα χρώματα παίζουν σαν ένας πίνακας ζωγραφικής που ζωντανεύει. Είναι όντως δικαιολογημένα ένα χιλιοφωτογραφημένο σημείο, όμως, η απόλαυση της στιγμές αξίζει όσο καμία φωτογραφία ή βίντεο.

Αναρωτήθηκα πολλές φορές γιατί μένουν όλοι και κολυμπούν τόσο ρηχά νερά στο Λιμένι, ε, λοιπόν ήταν για να φωτογραφηθού σ’ αυτό το πανέμορφο τιρκουάζ. Το κατάλαβα αργότερα…

* *

αναμνήσεις

 

Όταν οι αναμνήσεις γίνονται αντικείμενα που χωρούν στη βαλίτσα

Τα τελευταία χρόνια έχω αποφασίσει να μην φορτώνω τη βαλίτσα ή το σακίδιό μου με σουβενίρ. Συνήθως παίρνω τις πιο αντιπροσωπευτικές καρτ-ποστάλ που θα βρω και ένα μοναδικό αντικείμενο που θα με κερδίσει. (Τα τοπικά προϊόντα δε μετράνε, φυσικά και θα φύγεις με τοπικό αλάτι, ζύμες, ελίτσες, και το εκλεκτό ουζάκι που αναφέρω παραπάνω από τη Μάνη.) Στη Μάνη μπορείς αναμφίβολα να βρεις πολλά μικρά μαγαζάκια για να αγοράσεις τοπικά προϊόντα, βιολογικά, γλυκίσματα, αλλά και αναμνηστικά, όπως πέτρινα διακοσμητικά, κοσμήτικα, κ.λπ. Πολλά όμορφα ξεχώρισα στην Καρδαμύλη, αλλά και στην Αρεόπολη.

Το αγαπημένο μου καραβάκι από το μαγαζί της Άννας ποζάρει δίπλα στις “στιγμές”

Σε αυτό το ταξίδι, όμως, για μένα το μοναδικό αντικείμενο βρέθηκε στο μαγαζάκι της κας Άννας στην παραλία της Στούπας. Μπαίνοντας στο μαγαζί ένα ζευγάρι τουρίστες βρισκόταν στο ταμείο οπότε αποφάσισα να αναζητήσω μόνη μου το καραβάκι που λάτρεψα με την πρώτη ματιά. Τόσα όμορφα λεπτοκαμωμένα αντικείμενα και κάποια πιο ογκώδη… Βρίσκω το σημείο που φιλοξενούνται τα πέτρινα διακοσμητικά με ταμπελίτσα “Εργάνη”. Επιλέγω ένα καραβάκι που μου φαίνεται πως είναι αυτό της βιτρίνας. Πηγαίνω στο ταμείο και εκεί γνωρίζω την κα Άννα. Πίσω από τη μάσκα, και με τη βοήθεια των ματιών της, καταλαβαίνω ότι κρύβεται ένα ζεστό χαμόγελο. 

Της λέω για το καραβάκι της βιτρίνας, πώς μου τράβηξε την προσοχή και μου μίλησε αμέσως. “Περίμενε”, μου απαντά, “δεν είναι ακριβώς το ίδιο”. Ανοίγει το τζαμάκι της βιτρίνας και μου βγάζει το καραβάκι μου. Ναι, πράγματι! Το δικό μου καράβι έχει πιο έντονο τιρκουάζ και ένα φινιστρίνι σε βαθύ κόκκινο -και όχι πορτοκαλί όπως αυτό που είχα στα χέρια μου!

Συνομιλούμε για λίγο, για το εργαστήριο “Εργάνη” που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, για άλλους καλλιτέχνες που φιλοξενεί, για τη δουλειά στη Στούπα τον χειμώνα, για τη Μάνη, για το Anna’s Gift Shop. Με ρωτάει για το ART.harbour και ενθουσιάζεται με το περιεχόμενό του. “Θα σε βρω οπωσδήποτε στο ιντερνετ!”, μου λέει, “να, έχουμε κι εμείς μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μη νομίζεις”, συνεχίζει γελώντας και μου δίνει την κάρτα της. Την ευχαριστώ, γιατί νιώθω ότι αυτή η μέρα, η μέρα που έχασα όλες τις ψηφιακές αναμνήσεις μου από αυτό το ταξίδι, δεν είναι χαμένη, έκλεισε με θετικό πρόσημο, όπως ακριβώς με είχε προειδοποιήσει η Μ. ότι πρέπει να συμβαίνει…

* * *

Ο Σ. λέει ότι η Μάνη έχει κάτι από Τοσκάνη. Στο τέλος του ταξιδιού, οδηγώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση αυτή τη φορά, η εικόνα του Μανιάτικου τοπίου στον καθρέφτη με κάνει να συνειδητοποιώ πως η Μάνη δεν έχει τίποτα που να υπάρχει αλλού. Συνειδητοποιώ τη μοναδικότητα αυτού του τόπου… ή μάλλον τη νιώθω. Στην Αθήνα πλέον, καταλήγω στο ότι ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία να έχεις ζήσει από το να θυμάσαι, και τη Μάνη σίγουρα τη ζήσαμε αρκετά. Υποσχέθηκα να ανανεώσουμε το ραντεβού μας για το φθινοπωρινό της τοπίο.

Μάνη, ευχαριστούμε για κάθε σου ξεχωριστή γωνιά που αγαπήσαμε!

Υ.Γ1: Παραφράζοντας τον Ελύτη θα πω, “Θεε μου, πόση τρίχα ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!”, και θα σας προτρέψω με κάθε τρόπο να παίρνετε τα σκυλιά σας μαζί στις διακοπές. Δε θα είναι όλα εύκολα -αλλά και πότε είναι εδώ που τα λέμε!- ίσως χρειαστεί προσαρμογή (να βρείτε το κατάλληλο κατάλυμα, να πάτε σε pet-friendly παραλίες, κ.λπ.), ΑΛΛΑ η ανταμοιβή είναι μεγάλη. Επίσης, όπως λέω πάντα, η καλύτερη εκπαίδευση είναι η πρακτική. Παίρνοντας τον σκύλο σου στις διακοπές μαζί σου αλληλοεκπαιδεύεστε! Μαθαίνει και μαθαίνεις. Θυμάμαι πάντα αυτό που μου είπε πει ο Πέτρος, ο εκπαιδευτής της Σάββυς (ναι, αυτό το λαμπερό πλάζμα που βλέπετε έχει υπάρξει εξαιρετικά ατίθασο -και είναι ακόμη εν μέρει), “Τα σκυλιά δε χρειάζονται άλλα σκυλια για να είναι ευτυχισμένα, έχουν πάνω απ’ όλα ανάγκη τον άνθρωπό τους”. Σκέφτομαι τώρα ότι ίσως σε έναν μεγάλο βαθμό αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους· για να είναι ευτυχισμένοι έχουν ανάγκη τον σκύλο τους!

Υ.Γ2: Για τη Μάνη δημιούργησα ένα νέο hashtag, #ligimaniakomi. Τέτοια αγάπη αναπτύχθηκε μέσα μου γι’ αυτόν τον τόπο που θέλω όλο εκεί να επιστρέφω, έστω για λίγο ακόμη. Εσείς; Χρησιμοποιήστε ελεύθερα!

Υ.Γ3: Αν απόλαυσες αυτό το αφιέρωμα, τσέκαρε το Το χαμόγελο της Ωραίας Ελένης (Νίκος Αλευράς, Σοφία Αντωνάκου, Γιώργος Κώτσος, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), ένα ταξίδι μέσα από τα μάτια της Ωραίας Ελένης.

#ligimaniakomi, ρε παιδιά!

Αν όντως είσαι κι εσύ ένας από εμάς τους #ligimaniakomi, θα σου προτείνω κάποιες ακόμη εμπειρίες και διαδρομές που μπορέι να σε ενδιαφέρουν. Κάνε κλικ, και μάθε περισσότερα:
  1. Πεζοπορία στην Καρδαμύλη και τα Γύρω Μονοπάτια
  2. E-Bike Tour στη Μάνη
  3. Υψώστε Παλιά για τον Μεσσηνιακό Κόλπο
  4. Πεζοπορία στο Μονοπάτι Πολυλίμνιο – Καταρράκτης
  5. Μία Ημέρα σε ένα Παραδοσιακό Αγροκτήμα με Μαθήματα Μαγειρικής και Μεσημεριανό (ΚΑΛΑΜΑΤΑ)
  6. Ελληνικές Παραδοσιακές Γεύσεις – The Gastronomic Food Tour στην Καλαμάτα
  7. Γευτείτε ό,τι Καλύτερο στη Μονεμβασιά: Κρασί, Ποτά, Ελαιόλαδο, Μέλι – Food Tour (ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ)
  8. Πεζοπορία στο Σπαρτιατικό Μονοπάτι
close

Εγγραφείτε στο newsletter του ART.harbour

Δεν στέλνουμε spam! Διαβάστε την πολιτική απορρήτου μας για περισσότερες λεπτομέρειες.

Ποιητική Συλλογή ΣΤΙΓΜΕΣ Ελίζα Σουφλή Εκδόσεις ΛΙΜΑΝΙ

Εσύ τι λες;

Please enter your comment!
Please enter your name here