READING

«Αίας» του Σοφοκλή: Η ενότητα και η επικοινωνία ση...

«Αίας» του Σοφοκλή: Η ενότητα και η επικοινωνία σημασιών μεταξύ της αθηναϊκής τραγωδίας, του μύθου, και του σήμερα

Η εν λόγω τραγωδία διδάχτηκε περί το 440 π.Χ., ίσως και λίγο νωρίτερα και συνιστά το παλαιότερο δράμα από τα διασωθέντα έργα του Σοφοκλή, μέρος της τριλογίας Αίας – Τεύκρος -Ευρυσάκης.

Ο Σοφοκλής  με το έργο αυτό παρουσιάζει έναν μύθο στον οποίο ο Αισχύλος είχε αφιερώσει ήδη την τριλογία «Όπλων κρίσις», «Θρήσσαι», «Σαλαμίνιοι» από τα οποία δε διασώζονται παρά μόνο αποσπάσματα. Ολοκληρωμένη τραγωδία είναι μόνο αυτή του Σοφοκλή.

Ο Αίας ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του συγγραφέα, παρόλο που κατακρίθηκε ότι δε σέβεται την ενότητα της δράσης και του χώρου.

Η υπόθεση είναι η εξής: μετά τον θάνατο του Αχιλλέα, ο Οδυσσέας και ο Αίας, ο αρχηγός των Σαλαμινίων που συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο και θεωρείται ο γενναιότερος των Ελλήνων μετά τον Αχιλλέα, διεκδικούν τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα. Στην ὅπλων κρίσιν, που ανήκει στα πρὸ τοῦ δράματος, τα όπλα παραδίδονται στον Οδυσσέα.

Ο Αίας δεν αντέχει την απόφαση, την οποία θεωρεί προσβλητική και άδικη και αναζητά τρόπο εκδίκησης. Άλλωστε ήταν ο ίδιος που είχε σώσει το νεκρό σώμα του Αχιλλέα και το είχε απομακρύνει από το πεδίο της μάχης. Ταπεινωμένος, αποφασίζει να σκοτώσει όσους τον αδίκησαν, ήτοι τους «πρωταίτιους» Ατρείδες, τον Μενέλαο και τον Αγαμέμνονα και τον Οδυσσέα. Η θεά Αθηνά ματαιώνει αυτό το σχέδιο «θολώνοντας» τη λογική και το μυαλό του ήρωα.

Έτσι, μέσα στη μανία του (θείαν νόσον) ο Αίας μία νύχτα επιτίθεται και κατασφάζει τα κοπάδια του στρατοπέδου νομίζοντας ότι σκοτώνει τους εχθρούς του.

Όταν συνέρχεται, συνειδητοποιεί την πράξη του και, αισθανόμενος ντροπή και ταπείνωση αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Οι στενοί του άνθρωποι, προσπαθούν επι ματαίω να τον μεταπείσουν. Οι Ατρείδες, μετά την αυτοχειρία του ήρωα, δίνουν την εντολή το νεκρό σώμα του ήρωα να παραμείνει άταφο, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες και απειλές του Τεύκρου.

Ωστόσο, ο Οδυσσέας παρεμβαίνει και δίνει τελικά τη λύση, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με τον Αγαμέμνονα και τον οδηγεί στην ορθή και δίκαια απόφαση, ήτοι την ταφή του νεκρού Αίαντα.

Η κριτική μας θα τηρήσει την αριστοτελική θεώρηση των κατά ποιόν  μερών, ήτοι: μύθος, ήθος, διάνοια, λέξις, μέλος, όψις.

Ο Αίας πράγματι μετουσιώνει την αριστοτέλεια ρύση ότι η πλοκή είναι «η ψυχή της τραγωδίας».

Ο μύθος, λοιπόν, η πλοκή, είναι απλή, ελληνική, άμεσα ταυτόσημη με το ελληνικό κλέος, την τιμή του ήρωα, ένα ψυχολογικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική ψυχή του «ταν ή επί τας»· πάνω σε αυτό, ο Σοφοκλής αναδεικνύεται σε βαθύ γνώστη των ενδόμυχων φόβων, προσδοκιών και εσωτερικών διεργασιών της ανθρώπινης ψυχής, όλων των αιώνων, όλων των εποχών.

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Χρήστος Σουγάρης στο θέατρο Θησείον είναι μία παράσταση λιτή, αλλά συγκλονιστική, που αποκαθηλώνει τον ήρωα από το βάθρο του μεγαλείου της εξουσίας και δίδει βάρος στο μεγαλείο της ψυχής του.

Μέσα σε 90 ανατριχιαστικά λεπτά, όπου ακόμη κι η ανάσα μπορεί να διαρρήξει τη ματωμένα θολή ατμόσφαιρα που οδηγεί στο αναπόφευκτο, ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με ό,τι συνιστά για αυτόν τιμή, με τον ίδιο του τον εαυτό και την προσωπική του αντοχή.

Η παράσταση, σε συνθήκη κλειστού θεάτρου, σέβεται τον δημιουργό και τον θεατή, ο οποίος συμμετέχει στο έργο, ταυτίζεται με τον Αίαντα, την Τέκμησσα, τον Τεύκρο, τον χορό των Σαλαμινίων ναυτών.

Η σκηνοθεσία είναι ευρηματική, ενεργά παρούσα σε κάθε στιγμή της παράστασης, περιπλέκεται δημιουργικά με την κάθε κίνηση, τον κάθε λόγο και διάλογο, οδηγώντας σταδιακά στην κορύφωση τουδράματος.

Η παράσταση ξεκινά με τον πρόλογο, που στην ουσία είναι ο διάλογος της θεάς Αθηνάς (Νίκη Σερέτη) με τον Οδυσσέα (Βαγγέλη Ψωμά), όπου η θεά ενημερώνει τον Οδυσσέα για το συμβάν της σφαγής των κοπαδιών και ολοκληρώνεται με την πάροδο, δηλαδή την εμφάνιση του χορού που σχολιάζει και θρηνεί για την κατάσταση του αρχηγού του, του Αίαντα.

Ο ταπεινωμένος Αίας (Ιωσήφ Ιωσηφίδης) κρύβεται μέσα στη σκηνή του,  ένα μεγάλο παλιό, κλειδωμένο και σκονισμένο μπαούλο, ένα μέρος που ο σκηνοθέτης θεώρησε ότι αρμόζει σε έναν ταπεινωμένο ήρωα και συμβολίζει τη κατάσταση της  ψυχής του, αλλά και το επερχόμενο τέλος, τον κάτω κόσμο.

Ο Αίας βγαίνει από το μπαούλο, σχεδόν γυμνός, ματωμένος, ιδρωμένος, ανθρώπινος, με σαλεμένο λογικό, οργισμένος και ταπεινωμένος, ένας ήρωας που αποκαθηλώθηκε και άφησε να φανεί η γύμνια του, η ανθρώπινη υπόστασή του.

Δεν είναι τυχαίο ότι η σκηνοθετική παρουσία του Αίαντα προσιδιάζει με την εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού, της ανθρώπινης φύσης του Θεού, στοιχείο που τονίζει ότι για την αρχαιοελληνική πραγματικότητα ο ήρωας ήταν ένας άλλος θεός.

Ο Αίας δεν ανέχεται τον εαυτό του, αλλά δεν ακούει ούτε την Τέκμησσα (Λεωνή Ξεροβάσιλα), ούτε τον αδερφό του Τεύκρο (Αλέξανδρος Τούντας), δεν σκέφτεται ούτε τον Ευρυσάκη τον γιο του (Ορέστης Πετούα – Άρης Παναγιώτου)· αποφασίζει να πεθάνει.

Ωστόσο, πριν προβεί στο απονενοημένο διάβημα, ο Σοφοκλής οδηγεί τον Αίαντα στην απόφαση να παραπλανήσει του οικείους του. Το δεύτερο επεισόδιο της τραγωδίας ξεκινά με τον λεγόμενο «πλαστό λόγο» του Αίαντα (στ. 646-693), που απαντά στις προσπάθειες του Χορού και της Τέκμησσας να τον μεταπείσουν.

Ο «πλαστός λόγος» συνιστά ένα κορυφαίο σκηνοθετικό τμήμα της παράστασης. Ο Αίας στέκεται μόνος, μιλάει στο μικρόφωνο, ενώ ο χορός έχει ανέβει πάνω στο μπαούλο και το χτυπάει ρυθμικά, δίνοντας μία απίστευτη αίσθηση επιβλητικότητας στην όλη σκηνή, ενώ ο φωτισμός είναι σκοτεινός και θολός.

Ο Αίας αφήνει να φανεί ότι έχει μεταπεισθεί, ωστόσο ο ίδιος ξέρει ότι για να συνεχίσει να ζει θα πρέπει να μάθει να κάμπτει τις αξίες του, κάτι που δεν είναι διατεθειμένος να πράξει, προτιμά να πεθάνει.

Τραγική ειρωνεία συνιστά η στιγμιαία ανακούφιση του χορού (2ο στάσιμο) και της Τέκμησσας και η επερχόμενη αναγγελία του θανάτου του ήρωα, από την Τέκμησσα στο 3ο επεισόδιο. Ακολουθεί η διαμάχη Τεύκρου, Οδυσσέα και Αγαμέμνονα, όπου αποφασίζεται η ταφή του Αίαντα.

Η σκηνοθετική εναλλαγή των χαρακτήρων σε πρακτικό επίπεδο ήταν εξαιρετική όσον αφορά την οικονομία της παράστασης.

Ο σκηνοθέτης χειρίστηκε με μαεστρία την παρουσία των χαρακτήρων, μέσω του χορού. Τα μέλη του χορού ήταν ντυμένα με ίδια αμπέχονα (ομοιότητα χορού) που παρέπεμπαν στον Β’ Π.Π. Ο κάθε χαρακτήρας ξεχωριστά, Τεύκρος, Αγγελιαφόρος, Μενέλαος, Αγαμέμνονας προερχόταν από μέλη του χορού, παρουσιαζόταν αφαιρώντας το αμπέχονο και μένοντας με το κοστούμι που χαρακτήριζε τον ρόλο του και τον χαρακτήρα του.

Η περιγραφή των χαρακτήρων, του λεγόμενου αριστοτελικού ηθους, ήταν εξαίρετα δημιουργική σε σκηνοθετικό επίπεδο, συνδυάζοντας το μοντέρνο με το κλασικό, τον φωτισμό με τη μουσική, δίνοντας στα κοστούμια ενεργό ρόλο.

Εξαίρετα και προκλητικά δοσμένη η ξετσιπωσιά του Μενέλαου (Μιχάλης Μουλακάκης) που τολμά να τραβήξει selfie δίπλα από το πτώμα του ήρωα Αίαντα. Υπερφίαλος και θρασύς ενδεδυμένος με γελοία τουριστική ενδυμασία που ερμήνευε με τον καλύτερο τρόπο τη δική του γελοιότητα, δειλία και αναισχυντία.

Ο Αγαμέμνονας (Παναγιώτης Μαρίνος) μεγαλειώδης και δεσποτικός, αλαζόνας και υβριστής, ντυμένος με στολή στρατηγού, μιλάει δυνατά, τρομακτικά, εντελώς ξένος προς τις αξίες του νεκρού ήρωα. Εντυπωσιακή σκηνοθετικά η σκηνή όπου σταδιακά τα λόγια του Αγαμέμνονα γίνονται άναρθρες κραυγές, το κοινό δεν αντιλαμβάνεται περιεχόμενο, μόνο έναν δεσποτικό, άτεγκτο λόγο χωρίς ουσία, χωρίς ψυχή, χαρακτηριστικό του ξύλινου λόγου της εξουσίας.

Ο Τεύκρος (Αλέξανδρος Τούντας), έντιμος και λογικός, ευγενής και ενωτικός, πρόβαλε ένα ήθος απαράμιλλο, προσπαθώντας να ηρεμήσει τον ετεροθαλή αδερφό του Αίαντα. Γενναίος, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με τους Ατρείδες για να ενταφιάσει το νεκρό σώμα του Αίαντα.

Η Τέκμησσα (Λεωνή Ξεροβάσιλα) στάθηκε στο ύψος ενός πολύ δύσκολου ρόλου, ιδιαίτερα στα σημεία, όπου υπήρχαν συγκρούσεις. Η παρουσία του Ευρυσάκη (Ορέστης Πετούα – Άρης Παναγιώτου) ήταν μία χαρούμενη στιγμή μέσα στο σκότος της πλοκής.

Ο Οδυσσέας (Βαγγέλης Ψωμάς) ήταν ένας πράγματι πολυμήχανος Οδυσσέας, ο οποίος ωστόσο διαισθανόταν το δράμα του Αίαντα και την αδικία προς αυτόν. Ταυτιζόταν απόλυτα με τον λογικό, αποστασιοποιημένο από συγκρούσεις Οδυσσέα, που έβαζε στο κέντρο της διαπραγμάτευσης τον λόγο κι όχι την οργή, σεβόμενος συμμάχους κι αντιπάλους, σεβόμενος κάθε απόφαση και δίνοντας, εν τέλει, το χέρι στον εξ΄ίσου λογικό Τεύκρο.

Ο Αγγελιαφόρος (Γιώργος Ματζιάρης) μας έκοβε πράγματι την ανάσα, καθώς περιμέναμε να ακούσουμε τι κακό είχε συμβεί. Η Αθηνά (Νίκη Σερέτη) ήταν μία χαιρέκακη Αθηνά, ντυμένη στα λευκά, δαιμονική κι ερωτική, ίσως υπέρ το δέον ερωτική, εκδικητική και εξουσιαστική, διασκεδάζει με την τρέλα του Αίαντα που η ίδια έχει προκαλέσει και μεταφέρει το μήνυμα όλης της αρχαιοελληνικής πραγματικότητας:

Οι θεοί ορίζουν τα πάντα και τιμωρούν την ύβρη (ο Αίας είχε διαπράξει, προ του δράματος, ύβρη απέναντι στην Αθηνά) και όπως λέει η Αθηνά, οι θεοί θέλουν από τον άνθρωπο σύνεση κι αυτοκυριαρχία.

Τέλος, ο Αίας (Ιωσήφ Ιωσηφίδης) ερμηνεύεται εκπληκτικά, όπως πρέπει να είναι ένας τραγικός, ανθρώπινος ήρωας, ένας άνδρας αδικημένος, χαμένος, αποσβολωμένος,  ενίοτε υπεροπτικός και αλαζών, με προσδοκίες που δεν εκπληρώνονται ποτέ· ένας άνδρας που έχει θυσιαστεί, έχει πολεμήσει και τηρήσει τις αξίες στο έπακρον, ο οποίος δεν ανέχεται να βλέπει το αξιακό του πρότυπο να καταρρέει και προτιμά να πεθάνει.

Όλα αυτά ο θεατής τα είδε στην ερμηνεία του Ιωσήφ Ιωσηφίδη, ο οποίος μας πρόβαλε και τη διάνοια του δράματος, δηλαδή το αξιακό πρότυπο του έργου, την αντίθεση ανδρείας και νοός, την τιμή που εκπληρώνεται με αίμα και θάνατο, «Μα πρέπει ή με τιμή να ζή ένας άντρας ή να πεθαίνει με τιμή. Αυτό είναι.» (στιχ. 479).

Όσον αφορά τον όρο λέξις, η μετάφραση του Εν κύκλω ήταν εξαιρετική, πηγαία και άμεσα προσιτή. Η όψις, λιτή, μοντέρνα, που ταυτιζόταν σκηνοθετικά με το όραμα του σκηνοθέτη, ο φωτισμός συνδυαζόταν με το μέλος σε ένα επιβλητικό και υποβλητικό όλον.

Πολύ ευρηματική η σκέψη του σκηνοθέτη να ακουστεί από την θεά Αθηνά το καβαφικό ποίημα Απιστία, μετά την τελευταία ρήση του Χορού, ως ένα στοιχείο που μας δείχνει την ενότητα και την επικοινωνία σημασιών μεταξύ της αθηναϊκής τραγωδίας, του μύθου, και του σήμερα.
Κείμενο: Λία Τσεκούρα
Φωτογραφία: Γιώργος Βουτσινάς

Ταυτότητα της Παράστασης
Μετάφραση: Εν Κύκλω
Σκηνοθεσία: Χρήστος Σουγάρης
Δραματουργική επεξεργασία: Χρήστος Σουγάρης – Κατερίνα Κουτσοχερίτη
Επιστημονικός Σύμβουλος: Μενέλαος Χριστόπουλος-Πανεπιστήμιο Πατρών
Κείμενο παράστασης: Νίκη Κωνσταντίνου-Σγουρού και θίασος
Σκηνικά-Κοστούμια: Αριστοτέλης Καρανάνος – Αλεξάνδρα Σιάφκου
Μουσική: Αλέξης Κωτσόπουλος
Κίνηση: Φαίδρα Σούτου
Φωτισμοί: Άρης Τρουπάκης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Κατερίνα Κουτσοχερίτη – Μαρία Απατσίδου
Βοηθοί Σκηνογράφων-Ενδυματολόγων: Δώρα Τουρβά – Στέλιος Κοτίδης
Φωτογραφίες: Γιώργος Βουτσινάς
Παραγωγή: Polyplanity productions – Pro4
Δημόσιες σχέσεις & επικοινωνία: Κωνσταντίνος Πλατής

 

Διανομή
Αθηνά: Νίκη Σερέτη
Οδυσσέας: Βαγγέλης Ψωμάς
Αίας: Ιωσήφ Ιωσηφίδης
Τέκμησσα: Λεωνή Ξεροβάσιλα
Άγγελος: Γιώργος Ματζιάρης
Τεύκρος: Αλέξανδρος Τούντας
Μενέλαος: Μιχάλης Μουλακάκης
Αγαμέμνων: Παναγιώτης Μαρίνος
Ευρυσάκης: Ορέστης Πετούα-Άρης Παναγιώτου
Ναύτες: Παναγιώτης Μαρίνος, Γιώργος Ματζιάρης, Μιχάλης Μουλακάκης,  Αλέξανδρος Τούντας, Βαγγέλης Ψωμάς

 

Θέατρο Θησείον


H Λία Τσεκούρα εδώ και 25 χρόνια διδάσκει και αναπτύσσει εκπαιδευτικά προγράμματα πολιτισμικής αγωγης σε ένα ευρύ πολιτισμικό φάσμα, όπου αγκαλιάζει τη μουσική, τον λόγο, το δράμα, την κίνηση, τον ρυθμό και διοργανώνει παιδικές συναυλίες και εκδηλώσεις. Βασικός σκοπός των εκπαιδευτικών της προγραμμάτων είναι η δημιουργία μουσικής παιδείας και γενικότερα πολιτισμικής έκφρασης μέσω της βιωματικής μάθησης. Λία Τσεκούρα Dipl. in Piano and Theory of European Music Ba. in Hellenic Culture and Civilization

RELATED POST

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

INSTAGRAM
FOLLOW ME
WP to LinkedIn Auto Publish Powered By : XYZScripts.com