READING

O Αδαής και ο Παράφρων, Der Ignorant Und Der Wahns...

O Αδαής και ο Παράφρων, Der Ignorant Und Der Wahnsinnige του Thomas Bernhard: Μια σοπράνο που σπαράζει στον έντρομο μελωδικό της κόσμο, ένα νυστέρι που ματώνει αμείλικτα κάθε ανθρώπινη πτυχή

Δύο άνδρες περιμένουν τη διάσημη σοπράνο κολορατούρα στο καμαρίνι της, ο τυφλός αλκοολικός πατέρας και ο αγαπημένος της, ένας παθιασμένος δόκτορας∙ και αυτό είναι το σημείο εκκίνησης μιας τραγικής απομάγευσης της ανθρώπινης υπόστασης και δραματικής ανατομίας  της ανθρώπινης ψυχής.

Ο συγγραφέας με έναν λόγο ανατριχιαστικά στυγνό, προβαίνει σε μια σταδιακή, βασανιστική αποδόμηση και αποκαθήλωση αξιών, ιδεών, σημασιών, πεποιθήσεων, τις οποίες τοποθετεί σε μια παγωμένη τράπεζα νεκροτομείου με την υπόκρουση ενός καρδιακού παλμού που αργά και εφιαλτικά μας υπενθυμίζει – μας προειδοποιεί; – ότι κάποια στιγμή θα παύσει να χτυπά∙ αυτή είναι και η κόλαση της συνειδητοποίησης της ανθρώπινης θνητότητας.

Το έργο ερωτοτροπεί καταστροφικά με μια τριγωνική αλληλουχία μεταξύ τέχνης, επιστήμης και ζωής, ενώ στο βάθος κρύβεται απειλητική η πνοή του θανάτου σε κάθε του διάσταση, ψυχική και βιολογική. Αυτή η θανατική πνοή λανθάνει πίσω από την εξιδανικευμένη εικόνα της τέχνης∙ η διάσημη σοπράνο κολορατούρα βιώνει έναν καθημερινό και επώδυνο θάνατο, τη στιγμή που το είναι της σπαράζει για να  προβληθεί πάνω στη σκηνή ένα εξιδανικευμένο φαίνεσθαι που καλύπτει όλες τις προσωπικές ανασφάλειες, ώρες αιματοβαμμένης πειθαρχίας, ματαιώσεις, αλλόκοτες φοβίες. Είναι το τίμημα του πρωταθλητή, που αποδυναμωμένο, ένα υπόλοιπο ζωής, ουρλιάζει εγκλωβισμένος στη ματαιοδοξία του και το φόβο μήπως το κοινό τον καταβροχθίσει.

Το έργο ερωτοτροπεί καταστροφικά με μια τριγωνική αλληλουχία μεταξύ τέχνης, επιστήμης και ζωής, ενώ στο βάθος κρύβεται απειλητική η πνοή του θανάτου σε κάθε του διάσταση, ψυχική και βιολογική.

Κάπου εκεί, ο θεατής παρατηρεί άλλοτε ελλειπτικά, άλλοτε άμεσα, την απομάγευση της πατρότητας∙ ένας πατέρας, που βουλιάζει σε μια γκροτέσκα αποθηρίωση του εαυτού του, καθώς συνειδητά προβαίνει σε ψυχική κακοποίηση της κόρης, ενώ οι όροι της γονεϊκής σχέσης έχουν οικτρά, αλλόκοτα και καταστροφικά στρεβλωθεί.

Ο πατέρας, έχοντας χάσει το φως του κυριολεκτικά, αλλά και μεταφορικά, λιμνάζει στην αδαημοσύνη του, ενώ το μόνο που βιώνει είναι η εγωιστική, αδήριτη ανάγκη του να αφαιμάσσει βασανιστικά, καθημερινά ό,τι καλύτερο διαθέτει η κόρη, την ψυχή της, που κάποτε ήταν δοσμένη στην τέχνη, αλλά τώρα κατάντησε να βλέπει τον εαυτό της ως προϊόν.

Σε κάθε περίπτωση, η ανθρωπότητα, μέσα από την προσωπική της πορεία και εξέλιξη έχει μια κοινή μοίρα, την τράπεζα ανατομίας του Δόκτορος, ενός προσώπου που με παράφρονα τρόπο εξιδανικεύει την ανυπαρξία, το έσχατο, εκφράζοντας στην ουσία την αλήθεια της ανθρώπινης φύσης. Εκείνος είναι που πιστοποιεί τον θάνατο, κατατέμνει την υλική υπόσταση του ανθρώπου εις τα εξ ων συνετέθη, καθιστώντας βεβαιότητα την προσωπική κόλαση του καθενός∙ ο άνθρωπος γίνεται ένα αντικείμενο της επιστήμης, όπως ο καλλιτέχνης γίνεται ένα αντικείμενο της τέχνης.

Ο λόγος του συγγραφέα είναι ορμητικός, δυνατός σαν καταπέλτης, κινείται αριστοτεχνικά στο περιβάλλον του γκροτέσκου μας παρασύρει σε ένα ταξίδι αποδόμησης – κύριο χαρακτηριστικό του μεταμοντερνισμού – και αμφισβήτησης του αξιακού πλαισίου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Οι χαρακτήρες γνωστοποιούνται μέσω των ιδιοτήτων τους και το κείμενο ξετυλίγεται, πολύ συχνά, με παραληρηματικούς μονόλογους, επιμελώς ανούσιους, που ενώ φαινομενικά αποδομούν, στην ουσία επαναδομούν σημασίες, οι οποίες περιδινούνται, λικνίζονται και επικοινωνούν μεταξύ τους.

Η σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα εικονοποιεί κάθε σημασιολογική πτυχή του έργου και συναρπάζει με την πολυπλοκότητα των επιπέδων, μεταδίδει διάπυρα την αλήθεια της στιγμής, ζωντανεύει αριστοτεχνικά κάθε δίλημμα, ματαίωση, φοβία οδηγώντας τον θεατή σε μια ευφάνταστη μέθεξη∙ ο ήχος του παλμογράφου εντείνει σκηνοθετικά την αγωνία του θανάτου, ενώ ο ρυθμός της παράστασης είναι γρήγορος και εγκλωβίζει τον θεατή στον μονόδρομο του μη αναστρέψιμου. Η σκηνοθετική οπτική ακροβατεί με μια ιδιαίτερη ποιητική μεταξύ γκροτέσκου και μεγαλειώδους, χολερικού και συγκινητικού, αναλύοντας σκηνοθετικά και βιωματικά κάθε επίπεδο ανθρώπινης αίσθησης.

Παράλληλα, ως Δόκτορ, ο Γιάννος Περλέγκας εντυπωσιάζει με τον σαρκασμό, τον αυτοσαρκασμό και την υποκριτική του δεξιότητα. Άλλοτε σαρδόνιος, άλλοτε παρορμητικός, άλλοτε επιτηδευμένος κονφερασιέ με μια δόση ψυχεδέλειας, βιώνει σε κάθε περίπτωση το περίπλοκο και απαιτητικό είναι του ρόλου εξορθολογίζοντας, σχεδόν αναίσχυντα, κάθε εύθρυπτη αυταπάτη, ισοπεδώνοντας καθηλωτικά κάθε ελπίδα ενός θαύματος μέσα από έναν αενάως περίπλοκα ελισσόμενο και αφάνταστα απαιτητικό μονόλογο.

Εξαιρετική η Ανθή Ευστρατιάδου, δίνει μια άλλη διάσταση ενός καλλιτέχνη που βασανίζεται, ασθμαίνει και ασφυκτιά μέσα στην αγωνία της τελειότητάς της, ενώ παράλληλα βιώνει πατρική εγκατάλειψη – ενδεχομένως ως ένα θηλυκό αποτύπωμα της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα  – και σπαράζει σε ένα προσωπικό ουρλιαχτό. Αλλάζει αριστοτεχνικά προσωπεία και συναισθηματικές καταστάσεις, από την απόγνωση στην οργή, από την άκαμπτη πειθαρχία στην αιματηρή παραίτηση, άλλοτε παιδιάστικη, άλλοτε ενήλικη, αναζητώντας ματαίως ένα καταφύγιο βαδίζοντας προς μια σισύφεια αυτοκαταστροφή.

Ο Χρήστος Μαλάκης, με μια καταπληκτική άρθρωση και υποκριτική δεξιότητα σε έναν σωματικά απαιτητικό ρόλο, είναι ο απών πατέρας, μια γκροτέσκα και τραγικά γελοία πατρική φιγούρα∙ η παρουσία του προβάλλει όλη εκείνη τη συμβολική απομάγευση της πατρότητας, την απαξίωση, την ευτέλεια του πατρικού ρόλου που κυλιέται μέσα στην εξαθλίωση και πνίγεται μέσα στην τούρτα, αποχαυνωμένος, αδαής, ευτελής.

Ο Γιάννης Καπελέρης ως κουτσή βοηθός και σερβιτόρος κινείται άνετα στον χώρο και εντείνει το γκροτέσκο στοιχείο∙ άλλοτε απόμακρος, άλλοτε, παρών, άλλοτε απών, κυριαρχεί ως μια αλλόκοτη παρουσία με αλλόκοτο βλέμμα που υπενθυμίζει μια αλλόκοτη κι αόρατη απειλή.

Τα κοστούμια της Λουκίας Χουλιάρα είναι η μετουσίωση του γκροτέσκου, καθώς συνάδουν με τη σκηνοθετική οπτική, την οποία δεν υπηρετούν απλώς, αλλά συμπληρώνουν ευρηματικά κι εμπνευσμένα. Η εφιαλτική αλληγορία συμπληρώνεται με τα ανισοϋψή κουτιά που λειτουργούν ως σκηνικά, της ιδίας, θυμίζοντας εμπόδια σε αγώνα δρόμου που πρέπει σε κάθε σκηνή να υπερβούν οι χαρακτήρες.

Το μακιγιάζ της Εύης Ζαφειροπούλου τονίζει εκείνη την αποξενωμένη πτυχή της ανθρώπινης φύσης που ξεκολλά αιμορραγώντας από το είναι της∙ γίνεται παράταιρη, νεκρική, απόμακρη και ξένη, καθώς χάνεται στην αναζήτηση του φαίνεσθαι. Η μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα είναι σαφής, συναρπάζει με την αισθητική αχλή ενός εξαίρετα δύσκολου κειμένου και, ως όχημα κατανόησης του έργου, ενισχύει τη μέθεξη.

Μετά το τέλος της παράστασης αισθάνθηκα ότι σε όλη τη διάρκεια παλλόταν μια ανεπαίσθητη πιραντελική φλέβα με την έννοια του teatro nel teatro∙ ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να αποτυπώσει, αλλά και να προβάλλει πασιφανώς και με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια την αγωνία τόσο των χαρακτήρων όσο και των ίδιων των ηθοποιών που αναβιώνουν τους χαρακτήρες.

Παράλληλα, ενώ γινόμαστε κοινωνοί αυτής της προσωπικής ασφυξίας, την ίδια στιγμή φτεροκοπάμε κι εμείς βασανιστικά, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξορκίσουμε τη θνητότητά μας με τα έργα μας, στοχεύοντας σε μια μικρή ή μεγάλη ελπίδα αθανασίας. Αυτό το μαγικό κι αέναο παιχνίδι μεταξύ τέχνης κι επιστήμης, ζωής και θανάτου συνιστά συχνά μια ολέθρια υπέρβαση∙ ωστόσο, σε κάθε περίπτωση το μεγαλείο της τέχνης είναι ότι από τη φύση της έχει το χάρισμα της αθανασίας, καθώς σε κάθε μορφή της μπορεί να απεικονίσει τη ζωή και απαθανατίσει τον θάνατο.

Κείμενο: Λία Τσεκούρα

Φωτογραφία: Karol Jarek, Ιάσονας Αρβανιτάκης, Βάσια Ανανγνωστοπούλου


Ταυτότητα της Παράστασης
Συντελεστές:

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Σκηνοθεσία: Γιάννος Περλέγκας
Σκηνικά-Κοστούμια: Λουκία Χουλιάρα
Κίνηση: Δήμητρα Ευθυμιοπούλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Video: Ιάσονας Αρβανιτάκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Μάγδα Καφκούλα
Βοηθός σκηνογράφου: Γεωργία Μπούρα
Σχεδιασμός Μακιγιάζ: Eύη Ζαφειροπούλου
Σχεδιασμός Κομμώσεων: Χρόνης Τζήμος
Σχεδιασμός Ήχου: Δημήτρης Τσούκας, Γιώργος Μιχαλόπουλος
Φωνητική διδασκαλία: Ευαγγγελία Καρακατσάνη
Εκτέλεση μακιγιάζ: Κατερίνα Μιχαλούτσου
Κατασκευή σκηνικού: Γιώργος Γκίζας
Ζωγραφική σκηνικού: Φρέντυ Γκίζας
Φωτογραφίες Παράστασης: Karol Jarek, Ιάσονας Αρβανιτάκης, Βάσια Ανανγνωστοπούλου

Διανομή:
Βασίλισσα της Νύχτας: Ανθή Ευστρατιάδου
Κυρία Φάργκο/Σερβιτόρος Βιντερ: Γιάννης Καπελέρης
Πατέρας: Χρήστος Μαλάκης
Δόκτωρ: Γιάννος Περλέγκας


H Λία Τσεκούρα εδώ και 25 χρόνια διδάσκει και αναπτύσσει εκπαιδευτικά προγράμματα πολιτισμικής αγωγης σε ένα ευρύ πολιτισμικό φάσμα, όπου αγκαλιάζει τη μουσική, τον λόγο, το δράμα, την κίνηση, τον ρυθμό και διοργανώνει παιδικές συναυλίες και εκδηλώσεις. Βασικός σκοπός των εκπαιδευτικών της προγραμμάτων είναι η δημιουργία μουσικής παιδείας και γενικότερα πολιτισμικής έκφρασης μέσω της βιωματικής μάθησης. Λία Τσεκούρα Dipl. in Piano and Theory of European Music Ba. in Hellenic Culture and Civilization

RELATED POST

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

INSTAGRAM
FOLLOW ME
WP to LinkedIn Auto Publish Powered By : XYZScripts.com