READING

«Ακυβέρνητες Πολιτείες» – Αριάγνη: Όταν η ισ...

«Ακυβέρνητες Πολιτείες» – Αριάγνη: Όταν η ιστορία γεννά παιδιά της λάβας

Πριν από μερικές εβδομάδες είχα τη χαρά και την τιμή να παρευρεθώ ως προσκεκλημένη στην παράσταση Αριάγνη, το 2ο μέρος της τριλογίας του Στρατή Τσίρκα Ακυβέρνητες Πολιτείες που παρουσιάζεται σε συμπαραγωγή του Θεάτρου Τέχνης και του Θεάτρου Καρόλου Κουν.
Το όλο εγχείρημα αφορά τη θεατρική διασκευή της τριλογίας από τον ίδιο θίασο με 3 διαφορετικούς σκηνοθέτες. Η Αριάγνη παρουσιάστηκε σε σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη.

Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα ανήκουν στη μεταπολεμική πεζογραφία, η οποία χαρακτηρίζεται από ιστορικό ρεαλισμό με ερείσματα μιας γραφής πολιτικοποιημένης, που εντείνεται περισσότερο μετά το 1960. Παρ΄όλα αυτά το ύφος είναι λυρικό, παρά το γεγονός ότι το μυθιστόρημα ανήκει στα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της λεγόμενης νεοτερικής αφήγησης, ενώ το προσωπικό στοιχείο – καλύτερα μάλλον βίωμα – συνιστά τον θεματικό πυρήνα αυτής της, κατά τον Beaton, αστικής μυθιστοριογραφίας.

Βρισκόμαστε στο Κάιρο, τη δεύτερη από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Η πλοκή αφορά το κίνημα του Ελληνικού Στρατού και Στόλου τον Απρίλιο του 1944 και την καταστολή του και περιπλέκεται γύρω από τον κεντρικό ήρωα Μάνο Σιμωνίδη∙ ο Σιμωνίδης βιώνει ψυχικά και σωματικά μια συγκρουσιακή πραγματικότητα, ερωτοτροπώντας επικίνδυνα με μια ψευδαισθητική αχλή που τον ενταφιάζει σε έναν παρανοϊκό εφιάλτη.

Ο Σιμωνίδης, κατ΄αρχάς, ακροβατεί ιδεολογικά μεταξύ πολιτικής και τέχνης. Ένα δίλημμα που προφανώς ταλανίζει τόσο τον σκηνοθέτη όσο και τον ίδιο τον συγγραφέα, ο οποίος δίνει στον ήρωα, που φέρει μέχρι τέλους αυτό το σισύφειο δίλημμα, το όνομα του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη∙ ενός καλλιτέχνη που ενώνει εμβληματικά την πολιτική με την τέχνη, χαρίζοντας στη στάχτη του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών αθάνατη πνοή με τα επιγράμματά του.

Ο Σιμωνίδης ακροβατεί ιδεολογικά μεταξύ πολιτικής και τέχνης.

Η δημιουργική μαγιά των προγόνων δε σταματά εδώ∙ ποια είναι η Αριάγνη και πώς συνδέεται με την Αριάδνη;

Ετυμολογικά η λέξη Αριάδνη προέρχεται από τη λέξη Αριάγνη, που σημαίνει πολύ αγνή. Η Αριάγνη κατέχει τον μίτο, τη λύση, και είναι αυτή που συντρίβει τελικά τον λαβύρινθο για να απελευθερωθεί ο Σιμωνίδης.

Παράλληλα, το φάσμα της συγκρουσιακής πραγματικότητας εμπεριέχει περαιτέρω στοιχεία που παντού και πάντοτε, ως άχρονη κατάρα, καταδίκαζαν τον άνθρωπο να παραπαίει σε μια μοιραία διελκυστίνδα∙ την άκρατη αλαζονεία της εκάστοτε εξουσίας, κοινωνικής, κυβερνητικής, συμμαχικής, κομματικής, την αδήριτη ανάγκη της σαρκικής εκρηκτικότητας.

Η σκηνοθεσία του Γ. Λεοντάρη ήταν μια ευφυής και συγκλονιστική έκρηξη συναισθημάτων, αισθήσεων, συνειρμών που παγιδεύουν τον θεατή στον επάρατο λαβύρινθο του ανθρώπινου ψυχισμού, μέχρι τη στιγμή της λύτρωσης∙ εκείνης της μαγικής στιγμής που οι κάβοι λύνονται και το κακό σαλπάρει και μας αφήνει πίσω του.

Η παράσταση, ενδεχομένως, να προορίζεται για ένα κοινό που γνωρίζει τρόπον τινά το μυθιστόρημα, με την έννοια ότι η σκηνοθεσία, στην ουσία, υπενθυμίζει, ανασαλεύει, αναδημιουργεί και αναπλάθει αριστοτεχνικά, με σεβασμό και δέος, το αποτύπωμα που άφησε κάποτε η πρωτότυπη Αριάγνη στην καρδιά. Πράγματι, η παράσταση ήδη από την αρχή συνταράσσει, καθώς οι 10 ηθοποιοί ξεχύνονται κυριολεκτικά και πέφτουν πάνω στη σκηνή σαν δεκάδες πυροβολισμοί από το πουθενά.

Οι σκηνοθετικές τεχνικές εικονοποίησης ήταν καίριες, συντονισμένες, ευαίσθητες στις βαθιές ανείπωτες τραγωδίες και δυνατές στην καταστροφικότητα και την απογοήτευση, όπως η πορεία των ελληνικών στρατευμάτων∙ παράλληλα, υπήρξε και μια δημιουργικά τραγική ειρωνεία στη χρήση των τεχνικών μέσων, όπως το drone βομβαρδιστικό.

Η ερωτική σχέση του σκηνοθέτη με το έργο τον ωθεί σε μια δραματοποίηση, η οποία με αποσπασματικές σκηνές εκμαιεύει την νοηματική κραυγή μίας βαθιάς απόγνωσης. Η δραματοποίηση, εκτός της διαλεκτικής τεχνικής, κινείται σε τρεις βασικούς αφηγηματικούς άξονες, καθένας με τη δική του συναισθηματική ακτινοβολία∙ έναν αφηγηματικό μονόλογο γρήγορο, με ακατάπαυστη ροή που συνειρμικά μας ταξιδεύει στην έξαψη των τραγικών μονολόγων, έναν αποσπασματικό αφηγηματικό διάλογο, όπου το ένα πρόσωπο αφηγείται και το δεύτερο λειτουργεί επεξηγηματικά με μια αύρα μπεκετική, και, τέλος, την τεχνική εξιστόρησης γεγονότων εκ μέρους ενός αφηγητή.

Παράλληλα, ο σκηνοθέτης πλάθει φευγαλέες εικόνες τραγικής επίγευσης∙ στιγμές που οι ψυχές σπαράζουν βουβές, σε έναν βουβό επώδυνο μονόλογο, πιο οδυνηρό από το ίδιο το ουρλιαχτό και την παρουσία ενός βωβού χορού που σπαράζει ασφυκτικά γύρω από τον τραγικό ήρωα. Επιπλέον, ο σκηνοθέτης παίζει με το οξύμωρον, ενώνοντας ειρωνικά και αλλόκοτα σκηνές και ήχους που εκπέμπουν εκ διαμέτρου αντιφατικά συναισθήματα, άρρωστη σαρκικότητα και απόλυτη τρυφερότητα∙ ή μήπως τα όρια μοιραία σβήνουν από την άμμο της ύπαρξής μας, όταν ο πόλεμος ωθεί τον άνθρωπο, απεγνωσμένα, να ζήσει για να μην πεθάνει!

Η σκηνοθετική οπτική επικεντρώνεται γύρω από τέσσερα πρόσωπα τα οποία διατηρεί σταθερά στη δραματοποίηση, ενώ οι υπόλοιποι χαρακτήρες εναλλάσσονται ευρηματικά. Η τεχνική αυτή αφ΄ενός προβάλλει τα νοηματικά κέντρα, αφ΄ετέρου βοηθά την οικονομία του έργου. Ο κάθε ρόλος αποδίδεται ολοκληρωτικά μέσα από την προβολή και την ταύτιση, με τη χρήση χειρονομιών, θέσεων, σωματικών σχημάτων, ήχων, ιδιαίτερης κινησιολογίας.

Ο Μ. Σιμωνίδης (Γιώργος Κριθάρας), ως βασικός αφηγητής, είναι αληθινός, τρομαγμένος αλλά άμεσος, διχασμένος, ταγμένος και γεμάτος συγκινησιακή φόρτιση∙ ένας τραγικός ήρωας, γεμάτος τραύματα, που θυμίζει τον ματαιωμένο και ματωμένο Αίαντα, παγιδευμένος στα όνειρά και τις προσδοκίες του.

Το Ανθρωπάκι (Δημήτρης Πασσάς) κινείται με την άνεση που προϋποθέτουν η αλαζονεία και ο κυνισμός της αυταπάτης της σταλινικής – και κάθε μορφής – εξουσίας και προκαλεί τη μήνη μας αλλά και μια απογοήτευση για τη συντριβή του οράματος.

Ο Μερτάκης-κονφερασιέ (Παντελής Δεντάκης), επινόηση του σκηνοθέτη, συνιστά άλλον έναν πόλο σύγκρουσης του Μάνου, εκτός από το Ανθρωπάκι∙ κυνικός και μορφωμένος, έχει απόλυτη επίγνωση της θέσης και της κατάστασής του, δεινός ρήτορας με δεξιότητα να στρέφει τον προβολέα σε σημεία που εξυπηρετούν τις ασαφείς προθέσεις του. Ένας σαγηνευτικός πολιτευτής και δημαγωγός, ακριβές αντίγραφο των εκάστοτε πολιτικών προσώπων που επιχειρούν να κανιβαλίσουν με έναν ιδιαίτερα ευφυή τρόπο την ιστορική περίοδο που τους γέννησε.

Η Αριάγνη (Ηλέκτρα Νικολούζου), κεντρική μορφή του Τσίρκα, έχει εμπλακεί ψυχικά στον ρόλο της με απόλυτη συναισθηματική αλήθεια. Μια γυναίκα τρυφερή, δυναμική, έτοιμη να πεθάνει για τους άλλους∙ μια μορφή άχρονη, βαθιά ελληνική, που δίνει ένα καθολικό νόημα στη λέξη αγάπη. Η Αριάγνη του Γ. Λεοντάρη έχει ταυτιστεί με τον ρόλο, ανακαλώντας, θα έλεγε κανείς, παλαιές μνήμες και παρουσιάζει ένα γνήσιο βίωμα με τρόπο συγκλονιστικό.

Η Αριάγνη είναι ολοκληρωτικά δοσμένη στον ρόλο της, τον οποίο βιώνει ολόσωμα και ολόψυχα με μέγιστη αυθεντικότητα.

Ο θεατής συνταράσσεται από την κινησιολογία (Νικολέτα Ξεναρίου) της Αριάγνης, τις αλλαγές στην έκφραση, στη στάση, στην εμφάνιση αλλά και στον τρόπο που αλληλεπιδρά με τους συμπρωταγωνιστές της. Η φωνή της άλλοτε λυγμική, άλλοτε διαυγής συγκλονίζει με τους ψυχικούς κραδασμούς και τον βουβό πόνο.

Παράλληλα, η Αριάγνη ελέγχει το όριο μεταξύ ρόλου και ηθοποιού, άλλο ένα στοιχείο σκηνοθετικής παρέμβασης, και γίνεται η εκλεκτή∙ η Αριάγνη, καλείται ως ηθοποιός να δώσει τη λύση, να ξετυλίξει τον μίτο, επιλέγοντας σε μια συγκλονιστική στιγμή κορύφωσης με το όπλο στο χέρι το τέλος της βίας.

Η Αριάγνη του Γ. Λεοντάρη μάς παραπέμπει για λίγο στη μπρεχτική υποκριτική, καθώς είναι εκείνη που είτε ως ηθοποιός, είτε ως ρόλος καθαρίζει τα αίματα που γεμίζουν τη σκηνή ρέοντας από την ειδική κατασκευή γεμάτη κόκκινο νερό∙ η μοίρα της Αριάγνης είναι αυτή, να καθαρίζει το αίμα, να επουλώνει, να λυτρώνει από τον πόνο, να προσφέρει κάθαρση.

Ο Θανάσης Βλαβιανός είναι αληθινός και σίγουρος, ο Θανάσης Δήμου κινείται με αυτοπεποίθηση και άνεση μεταξύ των ρόλων, ενώ η Κατερίνα Λυκούδη εκπέμπει εκείνη την απαραίτητη ξιπασιά που πρέπει να έχει μια κυρία Μερτάκη. Η Γιώτα Μηλίτση δίνει σε κάθε ρόλο τη δική της αλήθεια, ενώ η Ερατώ Πίσση είναι ανθρώπινη και πειστική σε κάθε περίπτωση, και τέλος ο Μάνος Στεφανάκης είναι επιβλητικός, σίγουρος και συνεπής σε κάθε ρόλο.

Τα σκηνικά-κοστούμια της Άσης Δημητρολοπούλου είναι λιτά, με καίρια σημασιολογική λειτουργία, όπως οι ανεμιστήρες εδάφους, το μανουάλι στο βάθος με τα αναμμένα κεριά που εκπέμπει μια απαντοχή θρήνου και τη μεταλλική κατασκευή στα αριστερά της σκηνής που είναι γεμάτη κόκκινο νερό, χώρος βασανισμού, θανάτου. Τα κοστούμια μιλούσαν για τους ρόλους και ίσως να μην ταυτίζονταν με την εποχή του συγγραφέα, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον αυτό είναι υποχρεωτικό∙ άλλωστε το έργο του συγγραφέα και η σκηνοθετική οπτική υπερβαίνουν τον χρόνο, κι αυτός είναι και ο ρόλος του θεάτρου, η παρουσίαση μίας άχρονης αλήθειας.

Η μουσική επιμέλεια του Γ. Λεοντάρη επένδυε και σχολίαζε με ιδιαίτερη σημασία την κάθε σκηνή και επικοινωνούσε με τον επιβλητικό φωτισμό του Σ. Μπιρμπίλη. Παράλληλα, η προβολή του Θιάσου του Αγγελόπουλου λειτουργούσε ως αντανάκλαση του θιάσου του Γ. Λεοντάρη, ενώ η προβολή των γεγονότων της εποχής ένωνε το νήμα με το χτες.

Η σκηνοθετική οπτική, η υποκριτική δύναμη και η τεχνική υποστήριξη της Αριάγνης έφεραν τον θεατή σε κατάσταση μέθεξης, εκείνης της υπόγειας διεργασίας που ενώνει μαγικά τη σκηνή με την πλατεία. Ο σκηνοθέτης στο τέλος σε μια συμβολική κίνηση έλυσε τους κάβους σε μια ευρηματική σκηνοθετική παρέμβαση, απελευθερώνοντας τον κόσμο από το αίμα, την αυταπάτη, τη βία, τον θάνατο.

Κι εμείς, αφήσαμε πίσω μας τη ματωμένη σκηνή, με το δίλημμα πολιτική ή τέχνη να σφυροκοπάει μέσα μας, δυνατά και βασανιστικά. Η ιστορία είναι σκληρή, ίσως δεν είναι για καλλιτέχνες. Πλημμυρισμένοι με εκείνη την πλησμονή των ακαθόριστων συναισθημάτων, εκτεθειμένοι σε μια καυτή πραγματικότητα, πολλές φορές αναζητούμε μια Αριάγνη∙ μια Αριάγνη που θα καθαρίσει και τις δικές μας πληγές από το αίμα, λύνοντας τους κάβους κάθε διχαστικής ψευδαίσθησης.

Στάθηκε και περίμενε, γυρίζοντας τη ράχη στους νικημένους, που σώπαιναν.

Κείμενο: Λία Τσεκούρα

Φωτογραφία: Μυρτώ Αποστολίδου


Ταυτότητα της παράστασης
Συντελεστές
Διασκευή-Σκηνοθεσία-Μουσική επιμέλεια: Γιάννης Λεοντάρης
Σκηνικά-Κοστούμια: Άση Δημητρολοπούλου
Επιμέλεια κίνησης: Νικολέτα Ξεναρίου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός σκηνοθέτης: Μαριλένα Κατρανίδου
Βοηθός Σκηνογράφου-Ενδυματολόγου: Φανή Παιτάκη
Διανομή (με αλφαβητική σειρά): Θανάσης Βλαβιανός, Παντελής Δεντάκης, Θανάσης Δήμου, Γιώργος Κριθάρας, Κατερίνα Λυπηρίδου, Γιώτα Μηλίτση, Ηλέκτρα Νικολούζου, Δημήτρης Πασσάς, Ερατώ Πίσση Μάνος Στεφανάκης
Φωτογράφος παράστασης: Μυρτώ Αποστολίδου

H Λία Τσεκούρα εδώ και 25 χρόνια διδάσκει και αναπτύσσει εκπαιδευτικά προγράμματα πολιτισμικής αγωγης σε ένα ευρύ πολιτισμικό φάσμα, όπου αγκαλιάζει τη μουσική, τον λόγο, το δράμα, την κίνηση, τον ρυθμό και διοργανώνει παιδικές συναυλίες και εκδηλώσεις. Βασικός σκοπός των εκπαιδευτικών της προγραμμάτων είναι η δημιουργία μουσικής παιδείας και γενικότερα πολιτισμικής έκφρασης μέσω της βιωματικής μάθησης. Λία Τσεκούρα Dipl. in Piano and Theory of European Music Ba. in Hellenic Culture and Civilization

RELATED POST

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

INSTAGRAM
FOLLOW ME