Μοιραστείτε
Πρόσφατα είχα τη χαρά να παρακολουθήσω την παράσταση Ιφιγένεια στο εξαιρετικό ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης που δόθηκε για μια μόνο φορά στις 13 Οκτωβρίου. Το έργο, γραμμένο από τον ιδρυτή και καλλιτεχνικό διευθυντή του ΕΓΘ Κώστα Παπακωστόπουλο είναι βασισμένο στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη και το σκηνοθετεί ο ίδιος ο συγγραφέας.

Η Ιφιγένεια του Παπακωστόπουλου είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας Πολυαγαπημένη Ύβρις και βασικό θέμα της τριλογίας, όπως και μεγάλου μέρους της αθηναϊκού δράματος, είναι η κρίση των αξιών, των πολιτικών κυρίως∙ όπως πολύ καλά ήξερε κι ο Ευριπίδης, η πολιτική κρίση, μπορεί να εκφυλίσει κάθε ανθρώπινη αξία, να αφαιρέσει κάθε ανθρώπινη διάσταση του ατόμου που μεταξύ κοινού καλού και εξουσίας αποφασίζει να υπηρετήσει την δεύτερη.

Ο σκηνοθέτης κατέδειξε ευφυώς αυτόν τον εκφυλισμό σε ένα αέναο παιχνίδι φθοράς, αιμορραγίας, εξουσίας και θανάτου, τονίζοντας ειδικότερα τη διαιώνιση της σφαγής που προκαλούν τα ανθρώπινα έργα.

Η Ελλάδα, ως σύγχρονη Ευρώπη βρίσκεται στην Αυλίδα, το λιμάνι που συμβολίζει την απαρχή ενός ανεξέλεγκτου ιμπεριαλισμού με σκοπό την Τροία, που συμβολίζει το τρόπαιο του νικητή, την επικράτηση στις διεθνείς αγορές, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα. Ο θύτης αδημονεί να ξεσκίσει τις σάρκες του θύματος, αλλά φευ, πρέπει να γίνει μια θυσία, η θυσία της Ιφιγένειας!

Η εικόνα είναι εντυπωσιακά υποβλητική ήδη από την αρχή∙ τα σκηνικά λιτά, σχεδόν ανύπαρκτα, ένας άσπρος τοίχος, ένα γκρι δίχτυ – που θα γίνει το δίχτυ που θα παγιδεύσει την Ιφιγένεια – και το άσπρο πάτωμα. Στο κέντρο κυριαρχεί μια οθόνη όπου προβάλλονται εικόνες, κύματα και τρεις άνθρωποι που περπατούν πάνω στα κύματα, δηλώνοντας τον ερχομό τους.

πρέπει να γίνει μια θυσία, η θυσία της Ιφιγένειας!

Ποιες είναι αυτές οι μικροσκοπικές φιγούρες;

Τι συμβολίζουν;

Οι φιγούρες αυτές, αυτοί οι άνθρωποι που έρχονται από μακριά είναι ο χορός, το στοιχείο που τότε, όπως στην εν λόγω παράσταση, σχολιάζει, επικρίνει, κραυγάζει απελπισμένα, πονάει, πεθαίνει.

Ο σκηνοθέτης πραγματικά μας εντυπωσίασε και μας εξέπληξε – οι λέξεις δεν είναι τόσο δυνατές για να εκφράσουν τι νιώσαμε στο θέαμα της συγκλονιστικής αυτής σκηνοθετικής εμπειρίας –  θέτοντας ως χορό τρεις πραγματικούς πρόσφυγες (Ali, Amir, Hamid), οι οποίοι πάνω στο πανί του προβολέα αλληλεπιδρούν με τους ήρωες, εντάσσονται πραγματικά στην παράσταση και μας παρασύρουν στη δική τους σκέψη, σε ένα γιατί που παραμένει αναπάντητο.

Το έργο προβάλλει έναν συμβολικό διπολισμό∙ τη χαρά του πολέμου και τη θλίψη του θανάτου που αποδίδεται ευρηματικά από τη σκηνοθεσία και την υποκριτική των ηθοποιών. Παράλληλα, η σκέψη οι ρόλοι να αποδίδονται όλοι από γυναίκες – εκτός του λαού – είναι ευφυής και λειτουργεί ως αντίποδας της διανομής στο αθηναϊκό δράμα, όπου οι ρόλοι αποδίδονταν από άνδρες υποκριτές.

Αυτό το πολιτιστικό κάτοπτρο, στην ουσία υποδηλώνει και την πολιτιστική εξέλιξη, τον πολιτιστικό διάλογο μεταξύ τους χτες και του σήμερα. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης μας δείχνει με ωμό τρόπο ότι τα παιχνίδια εξουσίας, τα διλήμματα, ο εκφυλισμός, η οδύνη και ο θάνατος είναι στοιχεία που νιώθουμε όλοι μας, ανεξαιρέτως φύλλου, φυλής, κοινωνικής προέλευσης.

Ο πολεμοχαρής Οδυσσέας, ειρωνικός, ισχυρός, αιμοδιψής (Elisabeth Pless) κυριαρχεί στη σκηνή, παρασύροντας την Ελλάδα και την Ιφιγένεια στον θάνατο. Ο Αγαμέμνονας μεταφέρει άμεσα στο κοινό τα συναισθήματά του (Lisa Sophie Kusz) καθώς διανύει μια πορεία από την εξουσία, σε μια διλημματική ασάφεια για να καταλήξει στην εξαθλίωση, στερημένος από κάθε αίσθηση ανθρωπιάς, νικημένος από τον ίδιο του τον εαυτό. Θέλει να φανεί ως η τραγική φιγούρα του έργου, αλλά δεν τα καταφέρνει, καθώς η τραγική φιγούρα είναι μόνο η Ιφιγένεια.

Ο Μενέλαος (Stephanie Meisenzahl), προβάλει έναν χαρακτήρα δηκτικό αλλά και στωικό, καταλαβαίνει χωρίς να κατανοεί, βλέπει χωρίς να αντιλαμβάνεται και συμφωνεί χωρίς να συναινεί, ενώ οδηγεί με δαιμονικό και δόλιο τρόπο (σε αντίθεση με τον Οδυσσέα που είναι άμεσος στις πιέσεις του) τον Αγαμέμνονα στην σωστή απόφαση.

Ο λαός είναι ένα χαλαρωτικό διάλειμμα μέσα στη φρίκη του μη αναστρέψιμου της Ιφιγένειαςο λαός παραληρεί απολαυστικά μέσα από τον Thomas Franke (η μοναδική ανδρική φιγούρα του έργου) και μεταφέρει ακριβώς αυτό το ανελέητο μαζικό ασυνείδητο που απαιτεί θυσίες στον βωμό της δικής του ηδονής.

Ο λαός, ένα παμφάγο τέρας, αναφέρεται συνέχεια σε περιγραφές φαγητών, επισημαίνοντας αυτή την λαιμαργία, που ζητά να καταβροχθίσει κάθε αξία και ιδανικό∙ ο λαός πάει με τον πιο δυνατό, παρασύρεται (αφήνεται να παρασυρθεί) συνειδητά, υστερόβουλα, διότι σκοπός του είναι η επιβίωση à tout prix!

Ο Λαός του Παπακωστόπουλου λειτουργεί σε ένα δεύτερο επίπεδο ως ένας δεύτερος χορός, γεγονός που συμβολικά εντείνει αυτόν τον διπολικό χαρακτήρα του έργου∙ ο λαός-χορός μεταδίδει τη χαρά του πολέμου, ενώ ο χορός-πρόσφυγες μεταδίδει τη θλίψη του θανάτου, κάτι που μεταφέρει την παράσταση σε διαφορετικό επίπεδο κατανόησης και επικοινωνίας σημασιών.

Η Ιφιγένεια (Τerja Diava) έρχεται ντυμένη στα λευκά, τυλιγμένη με αφρούς της θάλασσας και φορώντας νυφικό – τραγική ειρωνεία που μας κληροδότησε ο Ευριπίδης. Αυτό το πένθιμο λευκό έρχεται σε αντίθεση με το μαύρο δέρμα της ηθοποιού δηλώνοντας ακριβώς αυτή την τραγική ειρωνεία!

Η Diava στέκεται στη σκηνή μεγαλόπρεπα, περήφανη, όπως κάθε Ιφιγένεια, ενώ η σκηνή του θανάτου είναι ανατριχιαστική, καθώς η Ιφιγένεια χορεύει έναν αφρικάνικο χορό που μας παραπέμπει σε βακχικές εκστατικές στιγμές, ενώ στο τέλος ακούγεται μόνο ο χορός και το επιθανάτιο μουρμουρητό της Ιφιγένειας, ενώ ο άνεμος λυσσομανά γεμάτος πολεμικές ιαχές.

Τέλος, τα κοστούμια σε στυλ Matrix είναι λιτά, πολεμικά και ταυτίζονται με τον χαρακτήρα του κάθε ήρωα (εκείνο το εξαθλιωμένο t-shirt του εξαθλιωμένου Αγαμέμνονα πριν τη θανατική καταδίκη της Ιφιγένειας). Η μουσική και ο φωτισμός είναι στοιχεία υποβλητικά και ατμοσφαιρικά που αναδεικνύουν την πτυχή και την εσωτερικότητα της κάθε σκηνής ξεχωριστά, ενώ η μετάφραση των υπέρτιτλων ήταν ξεκάθαρη, συνεπής και όσο έπρεπε θεατρική.

Η σκηνοθεσία, τολμηρή, καινοτόμα, αντιδραστική, ενίοτε αιρετική (η σκηνή που ο χρησμός φτάνει με courier είναι το συμβολικό πάντρεμα του τότε και του τώρα) υπενθυμίζει σαρκαστικά εκείνη την διαβολική πτυχή της ανθρώπινης φύσης που λικνίζεται στο διηνεκές χαμογελώντας χαιρέκακα∙ εκεί ήταν που κάπου χάσαμε το όριο μεταξύ Ιφιγένειας και Ιφιγένειας, την ώρα που όλα τα αυτούσια μηνύματα ξεπρόβαλλαν από το παρελθόν για να μας συνταράξουν και να δηλώσουν αποφασιστικά κι εμμονικά ότι είναι εδώ, ότι θα είναι πάντα εδώ.

Φεύγοντας από το Μιχάλης Κακογιάννης, μου ήρθε στο νου το τέλος της Ιφιγένειας εν Αυλίδι: Γιέ του Ατρέα, στη Φρυγία με χαρά κι να πας και ξανά με χαρά να γυρίσεις, αφού πάρεις λάφυρα πλούσια απ’ την Τροία.

 


Ταυτότητα της Παράστασης
Συντελεστές
Σκηνοθεσία, Δραματουργία: Κώστας Παπακωστόπουλος
Σκηνικά, Κοστούμια: Ulrike Mitschke
Μουσική: Herbert Mitschke
Βίντεο: Κώστας Παπακωστόπουλος & Herbert Mitschke
Φωτισμοί: Julia Marx
Βοηθός Σκηνοθέτη: Thomas Mörl
Βοηθός Δραματουργού: Christina Ripeanu
Γραφική επιμέλεια: Αντρέας Τσορτανίδης
Μετάφραση υπέρτιτλων: Αλέξιος Μάϊνας
Παίζουν:
Οδυσσέας: Elisabeth Pleß
Λαός: Thomas Franke
Αγαμέμνων: Lisa Sophie Kusz
Μενέλαος: Stephanie Meisenzahl
Ιφιγένεια: Terja Diava
Χορός των Προσφύγων: Ali, Amir, Hamid
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInEmail this to someone

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here