Με το ART.harbour παρακαλουθήσαμε την παράσταση Ο Γάμος της Μαρίας Μπράουν, σε σκηνοθεσία και θεατρική διασκευή του κινηματογραφιστή Γ. Σκεύα.

Η κινηματογραφική ταινία αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας του Rainer Werner Fassbinder που αφορά τον ρόλο των γυναικών στο μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα της Γερμανίας και ολοκληρώνεται με τα έργα  Lola (1981) και Veronika Voss (1982).

Την παράσταση φιλοξένησε το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής», το οποίο, δυστυχώς, ως χώρος δεν θυμίζει τόσο τη ζεστασιά και τις δονήσεις των παλιότεων ετών.

Ο Rainer Werner Fassbinder δημιούργησε το ομώνυμο έργο το 1979 (Die Ehe der Maria Braun), ταινία που θεωρήθηκε ως η μεγαλύτερη επιτυχία του, με την επιθυμία να απεικονίσει την πάλη της πληγωμένης Γερμανίας του 1945∙ η Γερμανία, εξαπατημένη και ευτελισμένη σε κάθε επίπεδο, ιδεολογικό, ηθικό, οικονομικό από μια φρίκη που πίστεψε ως αλήθεια, παλεύει να αφήσει πίσω της τα απομεινάρια μίας αυταπάτης που στο όνομά της αιματοκύλησε μια ολόκληρη ανθρωπότητα.

Η ευρηματική και προσεγμένη διασκευή του Γ. Σκεύα εισάγει τον θεατή ακριβώς σε εκείνο το μεταιχμιακό σημείο, τη στιγμή που αγκαλιάζει νοερά και ουσιαστικά κάθε σημασιολογικό επίπεδο, το οποίο αιμοδοτεί με ιδιαίτερο νόημα. Η υπόθεση αφορά τη Μαρία, μία νέα γυναίκα που παντρεύεται μόνο για μισή μέρα και μια ολόκληρη νύχτα, καθώς ο άνδρας της καλείται να πολεμήσει.

Η Μαρία – μαθαίνοντας ότι ο άνδρας της είναι νεκρός προσπαθεί να επιβιώσει, δημιουργεί ερωτικές σχέσεις και τα πάντα ανατρέπονται όταν ο νεκρός Χέρμαν, επιστρέφει, βρίσκοντας τη Μαρία με έναν άλλον άνδρα. Ο Χέρμαν δυστυχώς φορτώνεται έναν φόνο που διέπραξε η Μαρία και φυλακίζεται.

Η μετέπειτα πορεία της Μαρίας οικοδομείται πάνω σε συντρίμμια μιας ζωής και σχέσεις συμφέροντος, όπου εκείνη – αν και μέσα από μία ενοχικά ερωτική εμμονή προσκολλάται στον Χέρμαν – ανενδοίαστα πατά επί πτωμάτων μέχρι να επέλθει εκείνο, το μοιραίο, ουρλιαχτό του τέλους.

Η Μαρία Μπράουν πατά επί πτωμάτων∙ ναι, και πρώτα απ΄όλα επί του δικού της, συνειδητά! Από τη στιγμή που χάνει τον άνδρα της, η Μαρία χάνει τον εαυτό της, τη ζωή της, το μέλλον. Η Μαρία γίνεται μια αβάσταχτα απελπισμένη γυναίκα που, μέσα σε μια αναδυόμενη από τις στάχτες χώρα, πρέπει κι η ίδια να μαζέψει τα δικά της συντρίμμια και να αναγεννηθεί.

Η Μαρία Μπράουν πατά επί πτωμάτων, και πρώτα απ΄όλα επί του δικού της

Η μεγάλη αλλαγή συντελείται τη στιγμή της απώλειας, όπου μαζί με τον σύζυγο πεθαίνει ο ρομαντισμός, ο έρωτας, η αθωότητα, η τρυφερότητα, η ελπίδα ενός θαύματος∙ εκείνη τη στιγμή η Μαρία κοιτάζει εκστατικά το πτώμα μίας γυναίκας που νόμισε ότι μπορεί να ζήσει και να δημιουργήσει της δική της άνοιξη μετά τον ζοφερό χειμώνα.

Η Μαρία ενηλικιώνεται και μάλιστα υποχρεώνεται να το κάνει με βίαιο τρόπο, όπως η Γερμανία. Από εκείνη τη στιγμή, η πορεία της ταυτίζεται με την εξέλιξη της αγαπημένης πατρίδας που την έπνιξε μέσα στην άφατη οδύνη.
Η σκηνοθετική αύρα του Γ. Σκεύα παίζει ανεπαίσθητα με το οξύμωρον και μας μεταφέρει εκείνη τη σχεδόν απτή τραγικότητα μίας γυναίκας που σπαράζοντας μέσα στην απόγνωση και τον επίγειο όλεθρο, θάβει με κυνισμό και μήνη τον παλιό εαυτό μαζί με κάθε δισταγμό, κάθε ηθική δέσμευση και  βαδίζει αγέρωχη στον μονόδρομο της επιβίωσης.

Ακόμη κι όταν ο Χέρμαν επιστρέφει, η Μαρία τον αντιμετωπίζει σαν νεκρό, διότι μέσα της η εικόνα του Χέρμαν δεν ταυτίζεται με την παρουσία του αναστημένου, σακατεμένου στρατιώτη. Κι επειδή ο Χέρμαν είναι νεκρός η Μαρία συνεχίζει χωρίς ενοχές να βαδίζει στο μονοπάτι της δικής της επιβίωσης. Ο νέος Χέρμαν είναι για τη Μαρία όλα αυτά που η ίδια έθαψε εκείνη τη στιγμή της απώλειας, όλη εκείνη η οδύνη που θέλει να ξεχάσει και μέσα από τον οίκτο που δείχνει στον φυλακισμένο Χέρμαν, η Μαρία εκδικείται τον ίδιο που την εγκατέλειψε, τη Γερμανία που την πρόδωσε, ένα ολόκληρο σύστημα που στοίχειωσε τα όνειρα ενός ολόκληρου κόσμου.

Ο σκηνοθέτης έχει επιλέξει να παρουσιάσει με απαράμιλλη προσοχή και σεβασμό τις σκηνές που συνθέτουν όλο αυτό το δράμα∙ αυτή η σκηνοθετική τεχνική, με τις συνεχείς εναλλαγές και την προβολή ντοκιμαντέρ της εποχής, δημιουργεί μια εύθρυπτη αγωνία που αιχμαλωτίζει τον θεατή και ενώνει άρτια το χθες με το σήμερα σε μια ολιστική σκηνοθετική προσέγγιση.

Η εναλλαγή των σκηνών είναι γρήγορη, άμεση και μεταφέρει αυτούσιο το νόημα, καθιστώντας δυνατή εκείνη τη μέθεξη μεταξύ πλατείας και σκηνής. Ο θεατής γίνεται όμηρος του ναρκισσισμού της Μαρίας και βιώνει εξελικτικά μια σειρά συναισθημάτων που άπτονται της δικής της σταδιακής μεταμόρφωσης.

Ο θεατής συμπάσχει, πονά, θαυμάζει, μισεί, οικτίρει, καθώς τη βλέπει να ακροβατεί, χωρίς να παραπαίει, σε μια τεντωμένη στιγμή, ενός χρόνου που ορίζει το μονοπάτι προς την Αχερουσία.

Η σκηνοθεσία κινείται σε έναν τραγικό χορό γύρω από τη Μαρία, ο χαρακτήρας της οποίας είναι το επίκεντρο, εκείνος που επιτρέπει στους υπόλοιπους χαρακτήρες να περιδινούνται γύρω της, εναλλασσόμενοι. Η Λένα Παπαληγούρα διαθέτει εκείνη την εσωτερική ευαισθησία και την αύρα της υποκριτικής τέχνης που της επιτρέπει να ελίσσεται με μια δική της αλήθεια∙ ενδύεται τα διάφορα προσωπεία από την αρχή μέχρι το ολέθριο τέλος αλλάζοντας εκφράσεις, στάσεις, θέσεις, διάθεση, χαρακτήρα, συμπεριφορά με μία σαγηνευτική αυτογνωσία.

Δρασκελίζει, με μοναδικό όπλο τον εαυτό της, ένα σύμπαν οδύνης περνώντας από την απόγνωση στον απόλυτο σαρκασμό, συντρίβοντας στο πέρασμά της καθετί που μπορεί να αποπνέει ελπίδα και ζωή, μη διστάζοντας να θάψει ακόμη και το παιδί που κυοφορούσε.

Ο Μάξιμος Μουμούρης ως Χέρμαν, ένας χαρακτήρας που δεν εναλλάσσεται, είναι το χαμένο όνειρο της αγαπημένης Μαρίας, βιώνοντας τον ρόλο του με απαράμιλλη θλίψη, σαρκασμό, αυτοοικτιρμό, δύναμη αλλά και βαθιά οδύνη. Σε όλη την παράσταση, αυτό το τραγικό πρόσωπο κινείται και δρα απεγνωσμένα, με μια αδήριτη ανάγκη να υπάρξει ξανά, με ένα ματωμένο βλέμμα στραμμένο στη Μαρία, γεμάτο οδυνηρές ανεπούλωτες πληγές.

Ο Χέρμαν, που σαν ένας σύγχρονος Μεσσίας φέρει πάνω του συνειδητά το βάρος μίας ξένης, φρικτής ενοχής, περιβάλλει τη Μαρία με μια αγάπη απόλυτη, καθολική, δίνοντας υπερούσιο νόημα στην έννοια της αγάπης, του αλτρουισμού, όντας παρών, ακόμη κι όταν είναι απών.

Η εναλλαγή των ρόλων γίνεται εύρυθμα, και οι συντελεστές (Γιάννης Νταλιάνης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Γιώργος Συμεωνίδης, Νίκος Γεωργάκης) αλλάζουν τα δικά τους προσωπεία δίνοντας ο καθένας το προσωπικό του χρώμα, νόημα και αλήθεια σε κάθε χαρακτήρα, δημιουργώντας μια ολιστική αίσθηση εσωτερικής επικοινωνίας των κεντρομόλων σημασιών.

Η μετάφραση του Γ. Σκεύα είναι εκείνο το χαρακτηριστικό γλωσσικό μέσο που συντελεί στη μέθεξη, διότι είναι σαφής, γοητευτικά ψυχρή και απέριττη, επιτρέποντας σε κάθε στιγμή συγκίνησης να λικνιστεί στην ατμόσφαιρα.

Τα σκηνικά του Άγγελου Μέντη είναι λιτά, όπως αρμόζει σε μια αρτιστίκ σκηνοθεσία, με επίκεντρο ένα μεγάλο τραπέζι που εξυπηρετεί σκηνοθετικά την οικονομία του έργου. Τα κοστούμια, του ιδίου, είναι ενδεικτικά της εποχής και ταυτίζονται σε κάθε περίπτωση με τη Μαρία και την επαγγελματική της πορεία.

Ειδικά οι σκηνές με το κόκκινο και το μαύρο φόρεμα νοηματοδοτούν αυτή την καθηλωτική μετάλλαξη και τον τρόπο που η Μαρία μεταμφιέζει την οδύνη και διακόπτει την ορμή του πόνου. Το κόκκινο χρώμα του αίματος, αλλά και του πάθους (κάποτε αυτά ταυτίζονται)  σε συνδυασμό με το μαύρο του θρήνου πλάθουν μια αίσθηση θανατικής απαντοχής που στροβιλίζεται απειλητικά στην ατμόσφαιρα.

Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη εστιάζουν στη ουσία της κάθε σκηνής, ενώ, η μουσική της Σήμης Τσιλαλή σχολιάζει και τονίζει καταλυτικά τους ψυχικούς κραδασμούς.

Η τελευταία σκηνή είναι μια ακαριαία, ρηξικέλευθη κορύφωση,  όχι απαραίτητα απροσδόκητη, αλλά σαφώς ακαθόριστη, αμφιλεγόμενη, αμφίσημη, ανατρεπτική, σχεδόν ακατανόητη.

Η Μοίρα της Μαρίας και της Γερμανίας ήταν ίδια∙ συνυπήρξαν με τραγικό τρόπο σε μια αυταπάτη που τις ώθησε σε ακατονόμαστες πράξεις, αλλά μέσα τους και οι δύο γνώριζαν, ότι αυτός ο δρόμος δεν έχει γυρισμό. Η ύπαρξή τους εξαϋλώθηκε και χάθηκε βιώνοντας καθεμία το άλγος της δικής της ιστορίας, διότι οι αυταπάτες κρύβουν έναν όλεθρο∙ τον όλεθρο της αυτογνωσίας που συντρίβει τα πάντα μόλις διαβεί το κατώφλι του συνειδητού.

Ό,τι αγάπησε η Μαρία, ελπίδες, ευαισθησίες, αναμνήσεις, συναισθήματα, μητρότητα, τα έθαψε με τα χέρια της, κάνοντας τον Άδη έναν δικό της χθόνιο τόπο, κι εκεί μεταβαίνει, αφήνοντας πίσω της για πάντα την έρημη χώρα της προσωπικής της ουτοπίας.

Κείμενο: Λία Τσεκούρα

Φωτογραφία: Σταύρος Χαμπάκης


Ταυτότητα της παράστασης
Συντελεστές
Μετάφραση – Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκεύας
Σκηνικά – Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Σήμη Τσιλαλή
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Φιλμ: Γιώργος Σκεύας
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιάννης Σαβουιδάκης
Φωτογραφίες: Σταύρος Χαμπάκης
Διεύθυνση παραγωγής: Όλγα Μαυροειδή
Παραγωγή: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος – ΛΥΚΟΦΩΣ

Ηθοποιοί:

Λένα Παπαληγούρα, Μάξιμος Μουμούρης, Γιάννης Νταλιάνης,
Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Γιώργος Συμεωνίδης, Νίκος Γεωργάκης

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here