Μοιραστείτε

Πριν από πολλά χρόνια, τη χρονιά που ο Jose Saramago πήρε το Nobel, διάβασα το μυθιστόρημα Περί Τυφλότητος και θυμάμαι ακόμη εκείνη την αίσθηση ασφυξίας, η ανάμνηση της οποίας με κυνηγούσε κάθε φορά που έπεφτε στα χέρια μου ένα βιβλίο του εμβληματικού αυτού συγγραφέα∙ μια αίσθηση βιώματος της επώδυνης ιστορίας όλων εκείνων των ανθρώπων που βίωσαν τη φρίκη της λευκής τυφλότητας.

Η αλήθεια είναι ότι σκοπίμως δεν παρακολούθησα την ομώνυμη ταινία, καθώς αισθάνθηκα ότι δε θα βίωνα την ένταση των συναισθημάτων που μου προκάλεσε η ανάγνωση του βιβλίου∙ όταν όμως έλαβα την πρόσκληση για τη θεατρική διασκευή του Περί Τυφλότητος τολμώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, διότι μια εσωτερική φωνή μέσα μου, μού έλεγε ότι θα βρισκόμουν ενώπιος ενωπίω με έναν από τους μεγαλύτερους φόβους της ανθρώπινης φύσης, την απώλεια της όρασης, συμβολικά και κυριολεκτικά.

Η ομάδα Ferodo Bridges προτείνει στο κοινό ένα θεατρικό βίωμα βαθύτερης σκέψης μέσα από το είδος της δραματοποιημένης λογοτεχνίας, όπου οι θεατές ήδη προετοιμάζονται από το foyer του πολυχώρου για τη μέθεξη. Αυτό ακριβώς αφορά η παράσταση που παρακολουθήσαμε, μια μέθεξη, εσωτερική αλλά και εξωτερική∙ ένας εσωτερικός φάρος που ρίχνει το λευκό του φως στο απύθμενο ανθρώπινο έρεβος και μια σάρκα που γδέρνεται από ένα αθέατο, ουρλιαχτό λευκού κενού.

Μια μέθεξη, εσωτερική αλλά και εξωτερική

Η υπόθεση αλλόκοτη, παράξενη, φρικιαστική∙ μέσα σε μια χαοτική πόλη ένας οδηγός που περιμένει στο φανάρι ξαφνικά τυφλώνεται. Σταδιακά απλώνεται μια ανεξήγητη επιδημία λευκής τύφλωσης σε όλη την χώρα. Η κυβέρνηση απομονώνει τους πληγέντες σε ένα άσυλο τύπου Σπιναλόγκας. Μέσα από τη λευκή τυφλότητα και την ανωνυμία, οι σύγχρονοι λεπροί προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε κόστος∙ το κόστος της επιβίωσης είναι πολύ ακριβό και ορίζεται στον βωμό μιας προαιώνιας πάλης, της πάλης μεταξύ καλού και κακού και ενός δαρβινικού ντετερμινισμού που επιβεβαιώνει την κυριαρχία του ισχυρού.

Η σκηνοθεσία και η διασκευή του Αλέξανδρου Ραπτοτάσιου αναπλάθει, τρόπον τινά, το κείμενο του Saramago με έναν ευφυώς σουρεαλιστικό αέρα∙ η διασκευή είναι συνεπώς δομημένη, περιεκτική, εμπνευσμένη και τονίζει ακριβώς την ουσιαστική διάσταση της ανθρώπινης τραγωδίας που κλυδωνίζεται σε μια αναζήτηση της υπαρκτικής ταυτότητας, καθώς μέσα από την απώλεια της ταυτότητας οδηγείται στην εξαθλίωση.

Ξεκινώντας από τον δικό μας Οιδίποδα, που αγνοεί και αποκτά τη γνώση μέσα από την τύφλωση, παρατηρεί κανείς ένα τρίπτυχο άγνοια – αναγνώριση – γνώση που έρχεται αργά, το οποίο διακατέχει τη σκηνοθετική οπτική του Α. Ραπτοτάσιου. Οι άνθρωποι που προσβάλλονται από τη λευκή τύφλωση – τολμώ να πω όλοι εμείς – αρχικά βιώνουν μια υπαρξιακή κατάσταση προσωπικής άγνοιας, με στοιχεία φόβου, ανασφάλειας και ζόφου που κρύβονται πίσω από το φαίνεσθαι, το κάτοπτρο της ορατής μας υπόστασης.

Η ανεξήγητη (;) επιδημία λευκής τύφλωσης εφορμά αργά και βασανιστικά και καταπίνει την ύπαρξή μας, μάς πνίγει μέσα στην αβυσσαλέα της δίνη.

Η υπόστασή μας καταλήγει μια τυφλή κραυγή που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε αόρατα τείχη. Αυτή είναι η εγκυμονούσα στιγμή της αναγνώρισης∙ μέσα από τον αγώνα επιβίωσης και τον τρόπο που ο καθένας από εμάς τη βιώνει ανακαλύπτουμε με σπαραγμό το είναι μας, που στην πρότερη κατάσταση στροβιλίζεται και χάνεται υπό το κράτος του φαίνεσθαι.

Ωστόσο, το φαίνεσθαι είναι αυτό που τελικά οριοθετεί και ελέγχει το είναι, το υπερεγώ που ελέγχει το εγώ, σε μια πολλάκις άνιση μάχη. Η κατάργηση  – έστω και προσωρινή – του φαίνεσθαι οδηγεί στην αποθηρίωση, στην αποκάλυψη της ζωώδους ανθρώπινης φύσης, εκεί που μέσα σε μια φρίκη, ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του να σκοτώνει χωρίς αιδώ, να βιάζει, να εκμεταλλεύεται, να ασχημονεί, να προβαίνει σε ακατονόμαστες πράξεις και να γίνεται κτήνος, ένα ζώο που στον βωμό της επιβίωσης κανιβαλίζει την ίδια την ψυχή του, σε ένα βίαιο παιχνίδι εναλλαγής μεταξύ καταστροφής και αυτοκαταστροφής.

Η γνώση που έρχεται αργά, η ανάκτηση της όρασης, μάς βρίσκει μέσα σε μια λάβα αίματος∙ οι σάρκες μας έχουν αποχωριστεί από τα οστά και χάσκουν χυδαία, επώδυνα, μετά τον όλεθρο. Είναι εκείνη η συγκλονιστική στιγμή που μέσα από τον πόνο αγγίζουμε τον πραγματικό μας εαυτό και καίγεται η σάρκα μας.
Ακριβώς αυτά τα συναισθήματα βιώσαμε όλοι εμείς που, τυφλωμένοι στα λευκά, αφεθήκαμε να οδηγηθούμε ως πομπή μελλοθάνατων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και για 60 λεπτά ζήσαμε με απίστευτη ένταση κάθε λεπτό της διεργασίας άγνοια – αναγνώριση – γνώση.

Το κείμενο – σε αντίθεση με το πρωτότυπο έργο που είναι κενό τοπωνυμίων – περιλαμβάνει μερικά ονόματα οδών κι ένα τοπωνύμιο,  Αθήνα, ενώ ρέει σχεδόν μονοκόμματα, χωρίς καμία αναφορά σε ονόματα, μόνο σε ιδιότητες: η γυναίκα του γιατρού, ο γιατρός, ο ληστής του αυτοκινήτου, η κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά, ο ηλικιωμένος με το κάλυμμα στο μάτι. Αυτή η απαλοιφή οποιουδήποτε στοιχείου αναγνώρισης εντείνει και υπερτονίζει τον διαχρονικό και καθολικό χαρακτήρα του έργου, έναν συμβολισμό που στιγματίζει τους πάντες.

άγνοια – αναγνώριση – γνώση

Οι ηθοποιοί με την υποκριτική τους αλήθεια τονίζουν, στηρίζουν και μεταφέρουν άμεσα σε εμάς, τους μετέχοντες, εκείνο το αλληγορικό, οξύμωρο και κανιβαλιστικό φως που επενδύει τη λευκή τυφλότητα∙ μέσα από τους ήρωες και τους αντιήρωες βιώνουμε την αδήριτη πορεία προς μια λύτρωση μέσα από την καταστροφή.

Η γυναίκα του γιατρού, η οποία παραμένει μέχρι τέλους απρόσβλητη από τη μόλυνση διαχειρίζεται με αγάπη και κατανόηση τους άλλους – σε βαθμό που κατανοεί ακόμη και την απιστία του συζύγου που συνευρίσκεται κτηνωδώς με την κοπέλα με τα μαύρα γυαλιά – ηγείται, παίρνοντας αποφασιστικά τον νόμο στα χέρια της και σταδιακά μάς δείχνει μέσα από τις ενέργειές της το φως και μας καθοδηγεί σταδιακά σε αυτό. Όλοι όσοι εμπλέκονται βιώνουν το στάδιο αποθηρίωσης που ενθαρρύνει η κατάργηση του φαίνεσθαι, γεγονός που υποδηλώνει ότι όλοι, μέσα μας κρύβουμε ένα  – λίγο έως πολύ – ζοφερό, άγνωστο είναι.

Η κορύφωση του έργου συντελείται μέσα από συνεχή δρώμενα, εκκωφαντικούς χαρακτηριστικούς ήχους από φωνές, νερά, πυροβολισμούς, που μας εντάσσουν σε ένα οδυνηρό παιχνίδι μέθεξης, μιας εσωτερικής διεργασίας αυτογνωσίας, καθιστώντας ακόμη πιο αχόρταγο εκείνον τον φόβο, την ασφυξία, τη ματαίωση, την απόγνωση και την αίσθηση ενός επερχόμενου τέλους.

Το σκηνικό, που αριστοτεχνικά στήνει ο σκηνοθέτης, έχει ένα φαίνεσθαι τυφλωμένο, αλλόκοτο, παράξενο, σάπιο, πρωτόγονο, μια δυσωδία αλλοιωμένης  σάρκας, βρωμιάς, μολυσμένου χνώτου, ωστόσο όσο αντιφατικό κι αν είναι, είναι αληθινό, καθώς συνιστά μέρος των έργων των ανθρώπων∙ εκείνων των ανθρώπινων έργων που έχουν συντελεστεί εις το όνομα ενός πανταχού παρόντα μεγάλου φόβου με απαρχές που χάνονται στον χρόνο, ήμασταν ήδη τυφλοί όταν τυφλωθήκαμε, ο φόβος μας τύφλωσε, ο φόβος θα μας κρατήσει τυφλούς.

Είναι η σκευή μιας κοινωνίας, την οποία ο σκηνοθέτης θέτει στην πυρά της κριτικής με μένος και μήνι. Είναι η σκευή μιας άχρονης κοινωνίας που αργοπεθαίνει με την απαντοχή ενός καλύτερου λευκού είναι που έρχεται μέσα από τον πόνο, τη γνώση εκείνης της άφατης οιδιπόδειας οδύνης.

Αυτό το οξύμωρο που θέτει αντιμέτωπα το λευκό με το σκοτάδι της τυφλότητας, όπως την έχουμε συνηθίσει, ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία μοναξιάς και προσωπικής απομόνωσης. Αυτή η λευκή τυφλότητα είναι το φως της επερχόμενης αλήθειας, διότι όσο σκοτεινά κι αν είναι τα ανασαλέματα της αλήθειας, η αλήθεια καθαυτή παραμένει λευκή, απρόσβλητη, μέσα στο φως της.

Αναρωτιέμαι κατά πόσο αντέχουμε να  γνωρίσουμε τον εαυτό μας εις βάθος, μέσα από εκείνες τις αθέατες και αφόρητα επώδυνες μεταλλάξεις, επιθυμίες, φοβίες, ανατροπές. Είναι εκείνος ο πιραντελλικός εαυτός που κείτεται εγκλωβισμένος στα 100.000 πρόσωπα της υπόστασής του, τα οποία κατοπτρίζονται μέσα από την απαλοιφή του φαίνεσθαι και προκαλούν τρόμο, φρίκη, αλλά και μια απίστευτη πνοή κάθαρσης που μετά βίας παραμένει ζωντανή περιμένοντας την έλευση ενός υπερούσιου φωτός.


Αν δεν είμαστε ικανοί να ζήσουμε εντελώς σαν άνθρωποι τουλάχιστον ας κάνουμε ό,τι μπορούμε να μην ζούμε εντελώς σαν ζώα

Jose Saramago

Κείμενο: Λία Τσεκούρα


Ταυτότητα της παράστασης
Συντελεστές
Σκηνοθεσία/Διασκευή κειμένου: Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος
Συνεργαζόμενη σκηνοθέτης: Βίκυ Κυριακουλάκου
Παίζουν οι ηθοποιοί: Βίκυ Κυριακουλάκου, Γιώργος Γιαννακάκος, Γιώργος Σταυριανός, Δανάη Λουκάκη, Νίκος Τσιμάρας
Ενδυματολογική επιμέλεια / Σχεδιασμός Μάσκας: Μαρία Σεσίλ Ιγγλέση
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ισαβέλλα Μαργάρα
Σχεδιασμός Ήχου: Ερασμία Τσίπρα
Παραγωγή: BIOS & Απόλλωνας Μπόλλας (ACB Productions)
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInEmail this to someone
Λία Τσεκούρα

H Λία Τσεκούρα εδώ και 25 χρόνια διδάσκει και αναπτύσσει εκπαιδευτικά προγράμματα πολιτισμικής αγωγης σε ένα ευρύ πολιτισμικό φάσμα, όπου αγκαλιάζει τη μουσική, τον λόγο, το δράμα, την κίνηση, τον ρυθμό και διοργανώνει παιδικές συναυλίες και εκδηλώσεις. Βασικός σκοπός των εκπαιδευτικών της προγραμμάτων είναι η δημιουργία μουσικής παιδείας και γενικότερα πολιτισμικής έκφρασης μέσω της βιωματικής μάθησης.

Λία Τσεκούρα
Dipl. in Piano and Theory of European Music
Ba. in Hellenic Culture and Civilization

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here