READING

Το τραμ με το όνομα Πόθος, (Pulitzer 1948) σε σκην...

Το τραμ με το όνομα Πόθος, (Pulitzer 1948) σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού: Άνθρωποι, λίγο καλύτεροι ή λίγο χειρότεροι, που υποφέρουν, βασανίζονται εγκλωβισμένοι στον εαυτό τους

Ήδη, η αλλαγή της ελληνικής μετάφρασης του τίτλου αυτού του εμβληματικού έργου λειτουργεί ως οιωνός μιας επερχόμενης μετάλλαξης, που γκρεμίζει θεατρικές συμβάσεις και επανατοποθετεί τον Πόθο σε ένα άλλο επίπεδο. Το τραμ με το όνομα Πόθος, είναι ένα έργο που συναρπάζει με την αντιφατικότητα που το διέπει και ορίζεται από έναν ωμό ρεαλισμό και μια αίσθηση τρυφερότητας, ή καλύτερα, την αίσθηση της αδήριτης ανάγκης για τρυφερότητα.

Τρία πλάσματα που αναζητούν μάταια να κατανοήσουν τις δικές τους προσωπικές επιθυμίες, εγκλωβίζονται σε μια αλλόκοτη προσωπική αλήθεια που στροβιλίζεται με μένος γύρω από την αλλόκοτη προσωπική αλήθεια του άλλου. Μια απελπισμένη αμφιθυμία που καρφώνει το ψέμα στην ελπίδα, λειτουργεί ως βάλσαμο  για την επούλωση της πληγής και δίνει στον κάθε χαρακτήρα ένα νόημα για να επιβιώσει βουλιάζοντας στο σκότος μιας ψεύτικης αλήθειας∙ η έξοδος στο φως θα σημάνει τον θάνατο.

Ο Williams αντιμετωπίζει τα πλάσματά του με απίστευτη τρυφερότητα και αγάπη∙ ξεδιπλώνει τις αδυναμίες τους όχι για να τα εκθέσει ανεπανόρθωτα, αλλά για να ρίξει άπλετο φως στην ανθρώπινη φύση τους, προβάλλοντας με αριστοτεχνικά ψυχογραφική δεξιότητα τις ρωγμές τους.

Η Blanche ψεύδεται όχι μόνο στους άλλους, αλλά κυρίως, βασικά και καθοριστικά στον εαυτό της∙ δέσμια του ονόματός της (Blanche στα γαλλικά σημαίνει λευκή) αρνείται να αποδεχτεί την πραγματικότητά της, βασανίζεται και παρακμάζει μέσα από την πάλη να διατηρήσει τον εαυτό της αμόλυντο, πάλλευκο, άθικτο από κάθε ρωγμή, τραύμα, πάθος, ψέμα σε έναν αυτοκαταστροφικό μονόδρομο.

Η έξοδος στο φως θα σημάνει τον θάνατο.

Ο Stanley, βαθιά ριζωμένος στη γη, είναι εκείνος που άγεται λιγότερο από προσωπικές αυταπάτες∙ εγκλωβισμένος στη γήινη αλήθεια του, δυσκολεύεται να διαχειριστεί συναισθηματικά φορτία, μόνο και μόνο διότι θεωρεί το συναίσθημα μια ανούσια υπεκφυγή.

Ο Stanley ενεργεί με αποθηριωμένη φαντασία και καταρρίπτει τα επινοήματα της Blanche, σε μια προσπάθεια να την απογυμνώσει, ψυχικά και κυριολεκτικά. Η ανηλεής πάλη μεταξύ τους, που στην ουσία είναι μια πάλη μεταξύ είναι και φαίνεσθαι ενεργοποιεί την πλοκή, καθώς γύρω της περιδινούνται, ασφυκτικά απεγνωσμένες, οι συνέπειες αυτής της καταλυτικής σχέσης.

Η Stella είναι μια γυναίκα που αγαπάει βαθιά, ενώ ταυτόχρονα φοβάται και βαθιά∙ πλέκεται στα δίκτυα της πλάνης ενός Stanley που είναι δικό της δημιούργημα. Εγκλωβίζεται βασανιστικά μεταξύ αγάπης και φόβου, συναισθήματα που της προκαλούν ένα άηχο ουρλιαχτό, μια οδύνη, η οποία την εξουδετερώνει, τη ματαιώνει, αλλά αρνείται την απομάγευση του πάθους που νιώθει για τον άνδρα της, δηλώνοντας τη δική της αλήθεια, μερικά πράγματα που γίνονται στο σκοτάδι, ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, αξίζουν τόσο πολύ, που τα υπόλοιπα δεν λογαριάζονται.

Παράλληλα με τη σχέση αλήθειας και πραγματικότητας, είναι και φαίνεσθαι, ο Williams πραγματεύεται τη σχέση σεξουαλικότητας και θανάτου∙ η θνητότητα, ως η μόνη αλήθεια, λειτουργεί αποτροπαϊκά για την Blanche στον βαθμό που το είναι της σπαράζει έγκλειστο σε μια αλλόκοτη και ανούσια ματαιοδοξία. Δημιουργεί ένα μυστήριο για την ηλικία της, επιδαψιλεύει το κορμί της με θαυμαστά ρούχα και φροντίδες, τρέμει στην ιδέα του γήρατος, ενώ χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητά της για να ξορκίσει τον θάνατο.

Εντούτοις, η ιδέα του θανάτου ελλοχεύει στο ασυνείδητό της, γεγονός που η ίδια διαδηλώνει στην πρώτη σκηνή με τον εναρκτήριο μονόλογό της, καθώς αναφέρει ότι έφτασε με ένα τραμ με το όνομα Πόθος, μετά πήρε ένα άλλο τραμ με το όνομα Κοιμητήριο για να φτάσει στα Ηλύσια Πεδία, τον αρχαιοελληνικό παράδεισο, με την αιώνια Άνοιξη και την πηγή της Λήθης, που έκανε τους νεκρούς να λησμονούν τα δεινά της γης, εκεί που ήταν και μια άλλη γυναίκα σύμφωνα με τη μυθολογία, η Ωραία Ελένη, με την οποία τη συνδέουν κοινά στοιχεία!

Με τη σκηνοθεσία του, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, καινοτομεί ευρηματικά, τονίζοντας τόσο τις ανεπαίσθητες όσο και τις διακαείς συναισθηματικές κραυγές των αντιηρώων του Williams. Παντρεύει παραδοσιακά στοιχεία – όπως η παρουσία της μαυροφορεμένης γυναίκας που μοιράζει λουλούδια για τους νεκρούς και μας φέρνει στο μυαλό μοιρολογίστρα – και μεταδραματικά στοιχεία όπως ο τεράστιος προβολέας που τονίζει νοηματικά κέντρα, ή την ασπρόμαυρη, αποσπασματική, προβολή σκηνών της παράστασης.

Η οπτική του σκηνοθέτη τονίζει με ποιητικότητα και λυρισμό την παρακμιακή πορεία της Blanche, ενώ δίνει ανάγλυφα τη ανελέητη μάχη εξουσίας μεταξύ εκείνης και του Stanley. Ο σκηνοθέτης ερωτοτροπεί με τον ρεαλισμό, τον οποίο διαταράσσει ευρηματικά, ενσωματώνοντας σε απόλυτη ισορροπία στοιχεία ρεαλισμού και μεταδραματικά, δημιουργώντας μια εικονοποίηση που παίζει μεταξύ είναι και φαίνεσθαι, η οποία σαγηνεύει τον θεατή και τον παρασύρει σε μια μέθεξη.

Η Μαρία Ναυπλιώτου ως Blanche αναμετράται με έναν εμβληματικό και πολυεπίπεδο ρόλο συνομιλώντας δημιουργικά με τον εαυτό της∙ μάταια κι απεγνωσμένα, καθ΄όλη τη διάρκεια του έργου κάνει μπάνιο, προσπαθώντας όχι να ηρεμήσει, αλλά να βιώσει μια κάθαρση, είτε από το παρελθόν της, είτε από τις αυταπάτες που την πνίγουν.

Μυστηριώδης και σαγηνευτική, λιγότερο κυνική από το αναμενόμενο, πνίγεται σε έναν επικίνδυνο ναρκισσισμό, βιώνει με μεγαλοπρέπεια το ζωτικό της ψέμα, αλλά γίνεται έρμαιο της αυταπάτης της. Μια γυναίκα που προστατεύει τον εαυτό της από την αλήθεια, από το ίδιο το φως που αποφεύγει με αλλόκοτο τρόπο, διότι φοβάται να δει την εξασθένιση του δικού της φωτός αλλά και να αντιμετωπίσει το φως του παρελθόντος της.

Βασανίζεται μέσα στην υστερία και τον αλκοολισμό, προκαλεί άλλες φορές τον οίκτο κι άλλες φορές τη μήνι, ακριβώς διότι κι η δική της ύπαρξη λικνίζεται βασανιστικά μεταξύ φθοράς και αυταπάτης. Παραδίδεται στο μένος του Stanley, σαν να παραδίδεται στο φως της αλήθειας, φορώντας μια λευκή πουπουλένια ρόμπα και στην ουσία, του καταθέτει τον εαυτό της, την ταυτότητά της (λευκό = Blanche), ενώ εκείνος δαγκώνοντας με κτηνώδη ηδονή τα πούπουλα της ρόμπας, καταβροχθίζει βασανιστικά, μαρτυρικά, την αγνότητα της Blanche.

Η καλύτερη στιγμή της Μ. Ναυπλιώτου είναι η στιγμή που, μόνη, ηττημένη, ματαιωμένη, με σαλεμένο λογικό, καταπίνει μέσα της με άφατη γενναιότητα την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα η αυταπάτη παραμένει η ασπίδα που θα της επιτρέψει να φύγει με μεγαλοπρέπεια, ξορκίζοντας την αλήθεια μέχρις εσχάτων∙ η Blanche παραδίδεται στο είναι της και η σκηνοθετική οπτική αυτής της εξευτελιστικής διεργασίας καθιστά την παραίτηση ιεροτελεστία, φέρνοντας στο μυαλό τον καβαφικό αόρατο θίασο,

τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις
.

Ο Χάρης Φραγκούλης δίνει μια διαφορετική εικόνα του Stanley, η οποία ενώ στερείται τον σαγηνευτικό ερωτισμό και την ηδονική αρρενωπότητα που εκπέμπει ο χαρακτήρας του Williams, τονίζει με ενάργεια το γήινο και σαρκικό στοιχείο του χαρακτήρα. Κατ’ επέκταση, μία από τις κορυφαίες στιγμές του έργου, η πρώτη σύγκρουση μεταξύ Stanley και Stella, επισκιάζεται από ένα – όχι και τόσο απαραίτητο – γυμνό που θεωρητικά τονίζει το γήινο του Stanley. Ωστόσο, η κορυφαία στιγμή του Χάρη Φραγκούλη είναι η συγκλονιστική κι απεγνωσμένη κραυγή, καθώς συνειδητοποιεί ότι χάνει τη Stella και προκαλεί τη μέθεξη μέσα από την απόγνωση.

Η Θεοδώρα Τζήμου ως Stella, το τρίτο πρόσωπο ενός άλλου τριγώνου του Williams, συνδέεται με τον ρόλο της, προβάλλοντας ενίοτε μια υποτακτική αποδοχή, ενίοτε έναν σοφό κι ενσυνείδητο συμβιβασμό∙ άλλοτε γήινη, σαν θηλυκός Kowalski, άλλοτε εύθραυστη, ως μια νοσηρά παθιασμένη γυναίκα, αδυνατεί να διαχειριστεί την αρρωστημένη ευαλωτότητα της αδερφής της και τον ζωώδη κυνισμό του άνδρα της. Συχνά αναλώνεται σε ένα ανεξέλεγκτο, ασθμαίνον και ανούσιο φτεροκόπημα πάνω στην αχανή σκηνή του Δημοτικού θεάτρου που αποδυναμώνει και διαρρηγνύει τη σημασία της στιγμής.

Ο Άγγελος Τριανταφύλλου, ως Mitch ερμηνεύει με συνέπεια εκείνον τον λυρισμό, τον ρομαντισμό και την ευαισθησία που εξισορροπούν τον ωμό ρεαλισμό του Williams. Οι σκηνές με τη Blanche είναι από τις ωραιότερες στιγμές της παράστασης∙ παράλληλα, ο σκηνοθέτης μάς προϊδεάζει σταδιακά για την κατάληξη αυτής της σχέσης, καθώς ο Mitch αρνείται τον έρωτα της Blanche χωρίς υπερβολές κι εντάσεις, έχοντας επίγνωση των συνεπειών, αλλά πικραμένος για ένα όνειρο που χάθηκε.

Η Ευαγγελία Καρκατσάνη και ο Αdrian Frieling ερμηνεύουν με συνέπεια, και ρυθμό το ζευγάρι των γειτόνων, αποφορτίζοντας ενίοτε την πνιγηρή ατμόσφαιρα των διασταυρούμενων συναισθημάτων. Δεν μπορεί κανείς να μην εγκωμιάσει τη γεμάτη ποιητικότητα φωνή της Ευαγγελίας Καρκατσάνη, που ξεχύνεται και ομορφαίνει μελωδικά την οδύνη που πνίγει τους χαρακτήρες αλλά και τους θεατές.

Οι φωτισμοί του Γιάννη Δρακουλαράκου εξυπηρετούν ευφυώς τη σκηνοθετική οπτική με τη χρήση του φωτός που με ρυθμό staccato τονίζει αμείλικτα τις δραματικές εντάσεις. Η μουσική του Άγγελου Τριαναφύλλου είναι υπέροχη και λυγμική∙ απλώνεται και λικνίζεται με την τζαζ νωχελικότητα των επί σκηνής χάλκινων πνευστών και μας ταξιδεύει στην εξαθλιωμένη Νέα Ορλεάνη.

Η μετάφραση του  Αντώνη Γαλέου δίνει μια καινούργια και πολύτιμη απόχρωση του κειμένου, ενώ τονίζει κάθε στιγμή έντασης, οδύνης, λυρισμού. Τα σκηνικά της Εύας Νάθενα αφίστανται από τον ρεαλισμό με έναν ιδιαίτερα ευφυή τρόπο∙ προβάλλουν σπαράγματα από το σπίτι των Kowalski, που συμβολίζουν και τα σπαράγματα της ψυχής του ιδιάζοντος αυτού τριγώνου που κατοικεί στο σπίτι. Παράλληλα το σκηνικό της Ν. Ορλεάνης παρουσιάζεται μέσω βιντεοπροβολής. Τα κοστούμια, της ιδίας, ταιριάζουν απόλυτα με τους χαρακτήρες, προβάλλοντας τα ιδιαίτερα στοιχεία του καθενός, τη μήνι, την οργή, την ευθραυστότητα.

Κάθαρση! Αυτή η λυτρωτική αίσθηση της κάθαρσης μαγεύει και αγκαλιάζει τον θεατή που μετείχε σε μια παράσταση ενός έργου από τη φύση του μοναδικού, αφόρητα επώδυνου, ορμητικού.

Μια ζωή έγκλειστη σε έναν θεατρικό χρόνο γεμάτο παράνοια, οδύνη, τρυφερότητα κι ευαισθησία∙ έναν θεατρικό χρόνο τρομακτικά ανθρώπινο που ασφυκτιά μέσα σε αόρατα τείχη, πασχίζοντας να επιβιώσει. Μια σισύφεια κατάρα, που θυμίζει εκείνα τα λόγια του Tennessee στο Κingdom of Earth «Είμαστε όλοι καταδικασμένοι σε μοναχικό εγκλεισμό στο ίδιο μας το δέρμα – ισόβια».

Ταυτότητα της παράστασης
Συντελεστές
Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Σκηνικά- Κοστούμια: Εύα Νάθενα
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Διεύθυνση Παραγωγής: Ρένα Ανδρεαδάκη
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Ηλιάνα Καλαδάμη, Μαριλένα Κατρανίδου
Παίζουν: Μαρία Ναυπλιώτου, Χάρης Φραγκούλης, Θεοδώρα Τζήμου, Άγγελος Τριανταφύλλου, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αdrian Frieling
Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

H Λία Τσεκούρα εδώ και 25 χρόνια διδάσκει και αναπτύσσει εκπαιδευτικά προγράμματα πολιτισμικής αγωγης σε ένα ευρύ πολιτισμικό φάσμα, όπου αγκαλιάζει τη μουσική, τον λόγο, το δράμα, την κίνηση, τον ρυθμό και διοργανώνει παιδικές συναυλίες και εκδηλώσεις. Βασικός σκοπός των εκπαιδευτικών της προγραμμάτων είναι η δημιουργία μουσικής παιδείας και γενικότερα πολιτισμικής έκφρασης μέσω της βιωματικής μάθησης. Λία Τσεκούρα Dipl. in Piano and Theory of European Music Ba. in Hellenic Culture and Civilization

RELATED POST

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.

INSTAGRAM
FOLLOW ME
WP to LinkedIn Auto Publish Powered By : XYZScripts.com